
.::HarryWorld::. Το καλύτερο ελληνικό forum για τον Harry Potter |
| | |
| Συγγραφέας | Μήνυμα |
|---|
Επισκέπτ Επισκέπτης

 | Θέμα: Hogwart's stories Wed 20 Aug - 8:23 | |
| Η ιδέα ξεκίνησε ως ένα τόπικ για τους Γκρίφιντορ, αλλά στη συνέχεια εξελίχτηκε σε κάτι μεγαλύτερο. Δύο άτομα από κάθε κοιτώνα γράφουν σε α' ενικό μια ιστορία, την οποία θα ανεβάζει ο καθένας μας με αποσπάσματα. Έτσι στο τέλος, θα έχουμε μια ολοκληρωμένη ιστορία που δε θα είναι δημιούργημα ενός μόνο ατόμου, αλλά οκτώ, του καθενός από τη δική του οπτική γωνία. Όλες οι ιστορίες έχουν σχέση με το Ελληνικό "Χόγκουαρτς" και εκεί θα διαδραματιστούν τα περισσότερα γεγονότα.
Θα ήθελα να σχολιάσετε το πρώτο απόσπασμα των ιστοριών μόνο όταν όλα τα άτομα (και οι 8) την έχουν ανεβάσει, για να μη διακόπτεται η ροή της αφήγησης. Σε περίπτωση που κάποιος ποστάρει ανάμεσα σε δυο αποσπάσματα ιστοριών θα του σβήσω τη δημοσίευση , όχι επειδή το θέλω, αλλά όπως προανέφερα, για να υπάρχει ομοιογένεια μεταξύ των αποσπασμάτων. Το πρώτο από αυτά έχει τίτλο: Το ξεκίνημα.
ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ
Η μεγάλη μέρα επιτέλους έφθασε. Η μέρα που θα γίνω ουσιαστικό μέλος της κοινότητας των μάγων. Με λένε Daniel Stevens και μένω στην Ηγουμενίτσα. Είναι μια παραθαλάσσια πόλη, στη δυτική Ελλάδα, με ωραίες παραλίες και κοπέλες, αλλά με λίγους (σε σχέση με αλλού) ανθρώπους από το συνάφι μου: μάγους. Ανήκω σε μία από τις λίγες εναπομείναντες ανόθευτες ελληνικές οικογένειες. Ο πατέρας μου είναι ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Μαγείας, που έχει τα γραφεία του στην Αθήνα. Έτσι τον βλέπω λίγες φορές τον χρόνο λόγω του φόρτου εργασίας του. Η μητέρα μου από την άλλη είναι καθηγήτρια στη σχολή όπου φοιτούν όλοι οι Έλληνες μάγοι στο «Χόγκουαρτς». Κάνει το μάθημα των μεταμορφώσεων. Όπως είπα και πριν σήμερα 15 Αυγούστου είναι μια μεγάλη μέρα – τουλάχιστον για εμένα. Αν και οι γονείς μου είναι μάγοι, σε εμένα δεν επέτρεψαν να πάρω ραβδί μέχρι να μου σταλεί επιστολή από το «Χόγκουαρτς». Φυσικά το όνομα δεν είναι ελληνικό αλλά από σεβασμό για την πρώτη μαγική σχολή στον κόσμο (μετά ακολούθησαν και άλλες βέβαια) δώσαμε και στη δική μας σχολή το ίδιο όνομα. Όπως και τα ονόματα των κοιτώνων έχουν παραμείνει ίδια. Γενικά τα δυο σχολεία έχουν αρκετά κοινά. Έχω διαβάσει και για τα δύο. Ίσως να μην είχα ραβδί αλλά πάντα είχα ένα βιβλίο σε σχέση με τη μαγεία για να μελετήσω. Το παράξενο με τη δική μας σχολή είναι πως όποια άτομα φοιτούν εκεί θα περνάνε όλη τους τη σαιζόν στο κάστρο (γιατί περί κάστρου πρόκειται) με την ευκαιρία να δουν τους δικούς τους μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και το καλοκαίρι. Αυτό θα φαίνεται ακόμα πιο περίεργο στα παιδιά με γονείς Μαγκλ. Είναι κάτι το ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα. Το σχολείο έχει 5 τάξεις ανάλογα με την ηλικία μας. Τώρα στα 13 μου θα φοιτήσω στο πρώτο έτος. Μόλις αποφοιτήσω θα είμαι 18. Ξύπνησα νωρίς σήμερα. Ανυπομονώ να πάω στην οδό των μάγων για να προμηθευτώ το ραβδί μου. Όλα τα άλλα τα έχω πάρει εδώ και καιρό. Βλέπετε ο πατέρας δουλεύει στο Υπουργείου και ξέρει ποια βιβλία θα χρειαστούμε φέτος. Είναι ακόμα πρωί αλλά και ο αδερφός μου είναι ξύπνιος. Είναι 11 χρονών. Είμαστε οι δυο μας και η μητέρα μου σπίτι. Το κακό με τη μητέρα μου είναι με ανάγκασε να πάω στο Δημοτικό των Μαγκλ και με είχε απειλήσει θυμάμαι πως άμα δε μελετώ και δεν βγάλω ικανοποιητικούς βαθμούς δε θα με άφηνε να πάω στο «Χόγκουαρτς». Τώρα βέβαια καταλαβαίνω πως αυτό δεν πρόκειται ποτέ να το έκανε αλλά όταν ήμουν μικρός είχα αντίθετη άποψη. Ο αδερφός μου κρατά το γράμμα που μου είχε σταλεί από το «Χόγκουαρτς» στα χέρια του σαν να ήταν ανεκτίμητος θησαυρός. «Σήμερα θα πάρεις ραβδί, ε;» με ρωτά. «Ναι, αλλά μην στενοχωριέσαι. Σε δύο χρόνια θα πάρεις κι εσύ.» «Αλλά μέχρι τότε θα πρέπει να είμαι στην ίδια τάξη με τους Μαγκλ. Όλοι τους χαζοί είναι.» « Έλα να ξυπνήσουμε την μαμά» του προτείνω μπας και ξεχαστεί λίγο γιατί φαίνεται πολύ λυπημένος. «Πάμε» λέει και σαν να του έφτιαξε το κέφι λίγο.
Βρισκόμαστε στην οδό του Μαγικού Σκουπόξυλου. Είναι η μοναδική οδός αποκλειστικά για μάγους σε όλη την πόλη, αλλά είναι καλά κρυμμένη και μεγάλη. Περπατάμε στο δρόμο για το μαγαζί του ραβδοποιού, αλλά κάθε τόσο σταματάμε για να μιλήσει η μητέρας μας με κάποιους γνωστούς. Ο Reed ήρθε μαζί. Επιτέλους φθάνουμε στο μαγαζί. Δεν έχω μπει ποτέ μέσα. Όμως έχω περάσει τόσες φορές και το έχω χαζεύσει τόσες φορές από έξω που το ξέρω σαν την παλάμη του χεριού μου. Η βιτρίνα του είναι η πιο εντυπωσιακή από όλων των άλλων μαγαζιών με κινούμενες φωτογραφίες εξωτικών αλλά και ντόπιων μαγικών ζώων των οποίων ένα κομμάτι έχει χρησιμοποιηθεί για να κατασκευαστεί κάποιο από τα ραβδιά. Μπαίνουμε μέσα και όπως και κάθε φορά που περνάω από έξω ανατριχιάζω. Το μέρος είναι τεράστιο, με πολλές ψηλές σειρές κουτιών με ραβδιά, και σκοτεινό. Ο ραβδοποιός κάνει εντυπωσιακή εμφάνιση μέσα από το σκοτάδι. «Κυρία Stevens» λέει με σεβασμό «Reed και Daniel. Μεγάλη μου χαρά.» «Γεια σου κι εσένα Jokovic. Ήρθαμε για να πάρει ο νεαρός ραβδί» «Το ξέρω. Έλα δω μικρέ» μου λέει. Αυτός ο αέρας μυστηρίου πάνω του με συνεπαίρνει. Έχει δυο γαλάζια μάτια που σε διαπερνούν. Σαν να βλέπουν μέσα σου. Για καλό και για κακό προσπαθώ να σφραγίσω το μυαλό μου αν και δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι τα καταφέρνω και τόσο καλά στο ξόρκι. Ιδιαίτερα αφού δεν έχω και ραβδί. Τον πλησιάζω. «Αριστερόχειρας ή δεξιόχειρας» «Αριστερόχειρας» «Τέντωσέ το λίγο» μου λέει και μια μεζούρα εμφανίζεται από το πουθενά και κάνει μετρήσεις στο χέρι μου. «Για δοκίμασε αυτό» μου λέει και μου δίνει ένα ραβδί γύρω στα τριάντα εκατοστά. Με το που το λέει αυτό νομίζω πως τα μάτια του λαμπυρίζουν με ένα δυσοίωνο (ή έτσι μου φαίνεται τουλάχιστον εμένα) τρόπο. «Κούνησέ το πάνω κάτω δυο τρεις φορές.» Κάνω αυτό που λέει και από το ραβδί βγαίνουν χρυσαφιές σπίθες. «Ναι!» λέει και μου αρπάζει το ραβδί μέσα από τα χέρια. Κοιτάω το βλέμμα του με τα παγερά γαλάζια μάτια του και κάτι δε μου αρέσει σε αυτά. «Είναι ένα ραβδί από έλατο, 33 εκατοστά μακρύ, ευλύγιστο. Ο πυρήνας του είναι από την καρδιά ενός Wyvern. Είναι ένας φτερωτός δράκος που φημίζεται για τις καταστροφικές του διαθέσεις. Θυμάμαι ότι έκανα το ξόρκι και του απέσπασα το μικρό αυτό κομμάτι που είναι μέσα. Είχε προσπαθήσει απεγνωσμένα να με σκοτώσει. Και με το δίκιο του, βέβαια. Είναι αναμφίβολα ισχυρό ραβδί κύριε Stevens, αλλά και συνάμα πολύ περίεργο…» Αφήνει τη φράση να μετέωρη στον αέρα. Χωρίς να μπορώ να συγκρατηθώ τον ρωτάω «Γιατί;» «Αυτό Daniel είναι κάτι που θα το μάθεις στο σχολείο σου φέτος. Είναι ένας από τους καινούριους κανονισμούς. Θα δεις…» Πηγαίνουμε στους άλλους. Η μητέρα μου πληρώνει και φεύγουμε. Είναι μία από τις στιγμές που δε θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, αυτή η επίσκεψή μας στο μαγαζί. Μες στη χαρά μου γρήγορα αφήνω πίσω μου τα λόγια του ραβδοποιού γιατί τώρα, επιτέλους επιτέλους, έχω ένα δικό μου ραβδί. Κόσμε της μαγείας σου έρχομαι…
Είναι 1η Σεπτεμβρίου. Βρίσκομαι σπίτι μου μπροστά από ένα καθρεφτάκι. Στάλθηκε το ίδιο πρωινό με το μαγικό ταχυδρομείο. Είναι μια πύλη, δηλαδή ένας εύκολος τρόπος να μεταφερθούν τα παιδιά που μένουν σε μεγάλη απόσταση από την Αθήνα στον προορισμό τους: στην αποβάθρα 9 και ¾. Από εκεί θα πάρουμε το τρένο που ύστερα από 5 ώρες περίπου, από ότι μου έχει πει ο πατέρας μου, θα φθάσει στον προορισμό του: το «Χόγκουαρτς». Αφού αποχαιρετιζόμαστε με την υπόλοιπη οικογένεια (ο Reed είναι ακόμη στενοχωρημένος) πιάνω το καθρεφτάκι. Η αλήθεια είναι πως είμαι λίγο σφιγμένος. Δεν έχω ξαναφύγει ποτέ από το σπίτι για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Όλα μου τα πράγματα είναι ήδη στο σταθμό. Με περιμένει εκεί ο πατέρας για να μου τα δώσει. Η μητέρα μου μου δίνει τις τελευταίες συμβουλές: «Πρόσεχε στο σχολείο, μην μονομαχήσεις με κανέναν, να είσαι φρόνιμος και να ακούς τους δασκάλους σου. Μη μου σταλεί, κακομοίρη μου, κάνα γράμμα που να λέει ότι έκανες φασαρία». Ο τόνος της είναι απειλητικός αλλά εμένα δε με πολυενδιαφέρει. Έχω, όμως, μια απορία. «Εσύ, μαμά δε θα έρθεις με το τρένο;» «Όχι, θα έρθω με άλλο τρόπο στο σχολείο». Θέλω να ρωτήσω και άλλα, αλλά με διώχνει βιαστικά. «Αντίο Daniel. Τα λέμε τα Χριστούγεννα.» μου λέει ο Reid. Στεναχωριέμαι λίγο που θα μείνει πίσω, αλλά τι να κάνουμε; «Γεια» αποχαιρετώ και τους δύο. «Κράτα τον καθρέφτη καλά. 1, 2, 3» με συμβουλεύει η μητέρα μου. Νιώθω τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου και ένα αγκίστρι σαν να με μαγκώνει σε ένα σημείο λίγο πάνω από τον αφαλό. Τα πάντα γύρω μου θολώνουν και εκεί που λέω ότι υπάρχει λάθος στην πύλη και θα περιστρέφομαι αιώνια στο κενό ξαφνικά πατάω στο έδαφος. Τρώω μια μικρή τούμπα αλλά σηκώνομαι μεμιάς όρθιος λες και δεν συνέβη τίποτα. Βρίσκομαι σε έναν μεγάλο σταθμό γεμάτο από καρότσια με κουκουβάγιες, τους παραδοσιακούς γραμματομεταφορείς των μάγων, καθώς και αρουραίους και άλλα μαγικά πλάσματα. Επικρατεί μεγάλη βαβούρα και συχνά πυκνά κάποιο ξόρκι γίνεται. Το τρένο είναι ένα μεγάλο κόκκινο με αναρίθμητα βαγόνια. Μου φαίνονται πάρα πολλά για τον αριθμό των εκπαιδευόμενων μάγων. Δε θα είμαστε πάνω από τριακόσιοι και αυτό σε πανελλήνιο επίπεδο! Βλέπω τον πατέρα να έρχεται προς το μέρος μου με τα καρότσια μου με τα ρούχα και όλα τα άλλα μαγικά σύνεργα. Τον χαιρετώ βιαστικά, γιατί το τρένο αναχωρεί από λεπτό σε λεπτό και επιβιβάζομαι σε αυτό. Τον βλέπω να μου κουνάει το χέρι' ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους. Πάντα το είχε αυτό. Καταφέρνει να υπερκαλύπτει τους άλλους και να δεσπόζει ανάμεσά τους. Όλοι τον ξέρουν αλλά δεν κάθεται να τους μιλήσει. Διακτινίζεται και τον χάνω από μπροστά μου. «Τι κάνω τώρα;» αναρωτιέμαι δυνατά.. «Τώρα οι μαθητές χωρίζονται και μπαίνουν σε διάφορα κουπέ ανάλογα με το έτος τους. » έρχεται γρήγορα η απάντηση από ένα μεγαλύτερο παιδί. Πρέπει να είναι ο αρχιεπιμελητής γιατί αυτό φανερώνει το σήμα στο στήθος του. «Εγώ, που θα φοιτήσω στο πρώτος έτος σε ποιο θα πάω;» τον ρωτώ. «Σε ένα από τα τρία κουπέ στο βάθος. Γράφουν απέξω το έτος σου.» Τον ευχαριστώ σιωπηλά, πηγαίνω προς το βάθος και μπαίνω στο πρώτο κουπέ που βλέπω με την ένδειξη από πάνω του «Πρωτοετείς». Είναι άδειο, προς το παρόν. Τοποθετώ τα πράγματα και τις βαλίτσες μου στο διάζωμα από πάνω μου και κοιτάω έξω από το παράθυρο. Εκείνο το αίσθημα του πεπρωμένου με βρίσκει ξανά. Εκείνο που νιώθω όταν μεγάλα γεγονότα πρόκειται να συμβούν. Επιτέλους είμαι στο δρόμο για το «Χόγκουαρτς»…
Το ξαναλέω: περιμένετε να δείτε και τις 8 ιστορίες και μετά ποστάρετε. Ελπίζω να σας αρέσει η δουλειά μας. Ευχαριστώ... |
|  | | Rose Black Moderator


Ηλικία : 14 Συμμετάσχουν : 29 Jan 2008 Δημοσιεύσεις : 3435 Location : Blacklands Character sheet Mood: Sleepy Ξόρκι: Stupefy Κοιτώνας: Ραβενκλόου
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Wed 20 Aug - 10:49 | |
| Συνήθως βρισκόμουν μόνη στο σπίτι. Οι γονείς μου δύσκολα τα έβγαζαν πέρα. Έπρεπε να δουλεύουν σχεδόν όλοι τη μέρα για να καταφέρνουν να φέρνουν τα απαραίτητα χρήματα στο σπίτι. Δεν ήταν εύκολη η ζωή στην Αθήνα. Δεν τους έμενε χρόνος για μένα. Οι σχέσεις μας από πάντα ήταν τυπικές. Υπερβολικά τυπικές, και καθόλου ζεστές. Πώς να δημιουργήσω σχέσεις με ανθρώπους που δεν γνωρίζω; παρ όλα αυτά δεν τους κρατάω κακία. Όλα τα κάνουν για να μη μου λείψει τίποτα. Τη μεγάλη μέρα καθόμουν μόνη μου στο σαλόνι, αγκαλιά μ’ ένα βιβλίο, όπως συνήθως. Είχα τελειώσει τις δουλειές του σπιτιού και μπορούσα πλέον να χαλαρώσω. Ξαφνικά μια κουκουβάγια μπήκε με ορμή από το ανοιχτό παράθυρο, σπάζοντας την ησυχία. Κάθισε πάνω στο τζάκι που δεν ανάβαμε ποτέ και με κοίταξε με τα μεγάλα κίτρινα μάτια της. Στο πόδι της, όπως παρατήρησα, είχε δεμένο έναν φάκελο. Την κοίταξα κι εγώ τρομαγμένη. Μήπως είχα αποκοιμηθεί; Μάλλον όχι. Όταν την πλησίασα η καφετιά κουκουβάγια άπλωσε το πόδι της, σαν να μου έλεγε να πάρω τον φάκελο. Έτσι κι έκανα. Με άφησε να τον πάρω. Η κουκουβάγια πέταξε μακριά, έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Άνοιξα το φάκελο μηχανικά, σαν υπνωτισμένη, κι έβγαλα τρεις περγαμηνές. Ξαφνιάστηκα τόσο πολύ. Κρατούσα στα χέρια μου περγαμηνές στην εποχή της τεχνολογίας. Οι περγαμηνές ήταν από κάποια σχολή μαγείας. Μου έλεγαν πως έχω το χάρισμα, ότι μπορώ να κάνω… μάγια; Απίστευτο. Θα πήγαινα εσωτερική σε ένα σχολείο μαγείας΄, Και θα εντασσόμουν σε μια κοινωνία μάγων. Πραγματικά απίστευτο. Σαν όνειρο. Μια σκέψη σκίασε τη χαρά μου. Αν αυτό το μαγικό σχολείο δεν υπήρχε; άλλωστε είχα πάψει από μικρή να πιστεύω στη μαγεία. Αλλά όχι ήταν αληθινό. Γιατί αν δεν ήταν, πως εξηγείται η παρουσία αυτής της κουκουβάγιας; Έβγαλα απ’ το φάκελο τη δεύτερη απ’ τις τρεις περγαμηνές. Ήταν μια λίστα με όλα όσα θα χρειαζόμουν στο καινούργιο μου σχολείο. Ένα σωρό παράξενα πράγματα… που θα τα έβρισκα άραγε; Ευτυχώς μια διεύθυνση ήταν γραμμένη στο κάτω μέρος της περγαμηνής. Και, τι τύχη! Η οδός με όλα αυτά τα μαγικά ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μου. Αν και ως τώρα τη θεωρούσα εγκαταλελειμμένη. Όμως πως θα έβρισκα τα λεφτά για να αγοράσω όλα αυτά τα πράγματα; Ήταν η ώρα που έπρεπε να χρησιμοποιήσω τα λιγοστά χρήματα που μάζευα για ειδικές περιπτώσεις. Αποφάσισα να περιμένω ως αύριο για να μιλήσω για τη σχολή μαγείας στους γονείς μου. Την επόμενη μέρα έβαλα το ξυπνητήρι μου να χτυπήσει τα χαράματα, ώστε να προλάβω την μαμά και τον μπαμπά σπίτι. Ξύπνησα πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι λόγω της μεγάλης αγωνίας που είχα. Ήταν απλοί άνθρωποι και δεν ξέρω αν θα δέχονταν η κόρη τους να γίνει κάτι διαφορετικό, από τους περισσότερους ανθρώπους. Βγήκα απ’ το δωμάτιο μου αθόρυβα. Άκουγα σιγανές ομιλίες απ’ την κουζίνα. Σίγουρα έπαιρναν το πρωινό τους. Κατευθύνθηκα προς τα ‘κει. Ήταν και οι δύο εκεί και έτρωγαν. «Καλημέρα» τους χαιρέτησα. Ήμουν πραγματικά αμήχανη. Τους εξήγησα με λίγα λόγια τι είχε συμβεί. Στο πρόσωπο τους δεν φάνηκε στιγμή η σκιά της αμφιβολίας. Έδειχναν πολύ χαρούμενοι για μένα, που θα εξασφάλιζα δωρεάν σπουδές. Και, όπως περίμενα, η κουβέντα στράφηκε στα χρήματα, και στο πως θα αγοράσω τα σχολικά μου είδη. «Έχω κάποιες οικονομίες» είπε η μαμά μου. «όπως κι εγώ» συμπλήρωσε ο μπαμπάς μου. «Το ίδιο κι εγώ» τους αποκάλυψα τα μυστικό μου. Και οι τρεις λυθήκαμε από τα γέλια. Οι γονείς μου έφυγαν για τη δουλειά, αφού πρώτα μου έδωσαν τα χρήματα τους. Θα πήγαινα για ψώνια αναγκαστικά μόνη μου. Ντύθηκα, έφαγα λίγο ψωμί και ξεκίνησα, με ένα σφίξιμο στο στομάχι. Έφτασα στο μαγικό δρόμο, όμως το μόνο που έβλεπα ήταν μισογκρεμισμένα, πέτρινα σπίτια. Τίποτα που να θυμίζει μαγεία. Η απογοήτευση μου δεν περιγραφόταν με λέξεις. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Και ήμουν τόσο σίγουρη ότι όλο αυτό ήταν αληθινό! Κάτι μέσα μου με ώθησε να προχωρήσω. Μόλις πέρασα δίπλα απ’ το πρώτο ερείπιο συνέβη κάτι πραγματικά μαγικό. Από όλα τα μισογκρεμισμένα κτίσματα άρχισαν να ξεφυτρώνουν ολοκαίνουργια κτήρια και οι πέτρινοι τοίχοι των ερειπίων άνοιγαν γύρω τους σαν μαραμένα πέταλα λουλουδιού, ώσπου στο τέλος εξαφανίζονταν, με τρόπο μαγικό. Και γύρω μου, παντού, άρχισαν να ξεφυτρώνουν διάφοροι άνθρωποι, όλων των ηλικιών. Δεν ήταν εκεί ένα δευτερόλεπτο πριν. Θα περίμενε κανείς να είναι ξαφνιασμένοι, αλλά αυτό δεν συνέβη. Μάλιστα έδειχναν να μην είχαν καταλάβει ότι βρέθηκαν ξαφνικά εκεί. Και τότε κατάλαβα. Δεν βρέθηκαν τώρα σ’ αυτό το μέρος, αλλά ήταν εκεί. Απλά δεν μπορούσα να τους δω. Πραγματικά εντυπωσιακό. Το πρώτο κτήριο στα δεξιά μου ήταν ένα μεγάλο επιβλητικό κτίσμα. Άκουσα δίπλα μου δυο μάγους να μιλάνε, και κατάλαβα πως είναι μαγική τράπεζα. Αποφάσισα να την επισκεφθώ. Δεν ξέρω γιατί, αφού δεν είχα ούτε χρήματα να καταθέσω ούτε κάποιο λογαριασμό είδη. Κάτι, όμως, μέσα μου, με έσπρωξε να το κάνω. Πέρασα τις μεγάλες πόρτες και βρέθηκα σε ένα τεράστιο κυκλικό δωμάτιο. Γύρω γύρω υπήρχαν γραφεία, στα οποία κάθονταν βλοσυροί μάγοι. Προτού προλάβω να ατενίσω με το βλέμμα του χώρο, ένας από τους εργαζόμενους μάγους με πλησίασε. «Δεσποινίς Black», με χαιρέτησε με μια μικρή υπόκλιση! «Πως ξέρετε το όνομα μου;» απόρησα εγώ. «Μα, δεσποινίς, όλοι σας ξέρουν σ’ αυτή την τράπεζα». Ένιωσα να χάνω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Δεν γινόταν να είμαι γνωστή, ειδικά σε τράπεζα. Κάτι δεν πήγαινε καλά. «Και από πού κι ως που με ξέρετε;» «Μα τι ερώτηση. Με κοροϊδεύεται δεσποινίς Rose;» «Όχι, όχι» βιάστηκα να τον διαβεβαιώσω. «αλλά πείτε μου». «Δεσποινίς, ο προπάππος σας κατείχε το ποιο ασφαλές θησαυροφυλάκιο στην τράπεζα μας. Μας έδωσε εντολή μετά το θάνατο του να δώσουμε την τεράστια ποσότητα χρυσού που διαθέτει στην πρώτη θηλυκή απόγονο του. Και αυτή είστε εσείς». «Εγώ;» τον ρώτησα δύσπιστα. «Φυσικά. Ακολουθήστε με, θα σας δείξω το χρυσάφι σας». Τον ακολούθησα αμίλητη. Όλο αυτό ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Αναρωτιόμουν τι θα γίνει στη συνέχεια. Όλη αυτή η ιστορία με τη μαγεία, και τώρα με το χρυσάφι, μου ήρθε πολύ απότομα. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε κάποιες σκάλες. Ήταν πραγματικά ατέλειωτες. Υστέρα από 10 περίπου λεπτά ο μάγος σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό μεταλλικό πορτάκι. «Αυτό είναι το θησαυροφυλάκιο;» ρώτησα παραξενευμένη. «Φυσικά και όχι». Αποκρίθηκε ο μάγος. «από εδώ θα πάρουμε το κλειδί. Τα μέτρα ασφαλείας είναι πάρα πολλά». Υστέρα έβγαλε ένα παράξενο κλειδί και άνοιξε το πορτάκι. Μέσα στο κιβώτιο λαμπύρισαν τρία κλειδιά. Ένα χρυσό και δύο ασημένια. Ο μάγος χωρίς να πει κουβέντα έβγαλε ένα ζευγάρι γάντια από τον μανδύα του και έπιασε το χρυσό κλειδί. Έπειτα μου έγνεψε να τον ακολουθήσω. Συνεχίσαμε να κατεβαίνουμε, και λίγο αργότερα ο άντρας σταμάτησε ξανά, αυτή τη φορά μπροστά σε μια μεγάλη πόρτα με χρυσή κλειδαριά. Τότε ο μάγος μου έδωσε το κλειδί λέγοντας: «Πάρε το κλειδί και άνοιξε το θησαυροφυλάκιο. Εγώ δεν μπορώ να αγγίξω το κλειδί γιατί το δέρμα μου θα καεί. Είναι μαγεμένο να αναγνωρίζει τη σάρκα που επιθυμούσε ο κύριος Black». Υπάκουσα αμίλητη. Έπιασα το κλειδί και, ευτυχώς, τίποτα δεν συνέβη. Το τοποθέτησα απαλά στην κλειδαρότρυπα και με την παρότρυνση του μάγου ξεκλείδωσα το θησαυροφυλάκιο. Το θέαμα που αντίκρισα ήταν πρωτόγνωρο. Το χρυσάφι ήταν πολύ, όπως μου είχε πει ο μάγος. Πριν απολαύσω το θέαμα των χρημάτων μου αυτός είχε είδη γεμίσει ένα πουγκί με χρυσά νομίσματα που –αν θυμάμαι καλά- τα είχα ξαναδεί σε ένα Μεσαιωνικό μουσείο. «Αυτά τα νομίσματα δεν έχουν καμία αξία σήμερα» σχολίασα αυθόρμητα. «Φυσικά και έχουν. Όλοι οι μάγοι ψωνίζουν με αυτά τα νομίσματα, τις γαλέρες. Μη μου πεις ότι οι Μαγκλ χρησιμοποιούν διαφορετικά». «Έτσι συμβαίνει» τον διαβεβαίωσα. Φάνηκε θορυβημένος. Έχωσε το πουγκί στα χέρια μου και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε. Έπειτα από πολύ ώρα φτάσαμε επιτέλους στο κυκλικό δωμάτιο. Ο μάγος μου έδωσε το κλειδί του θησαυροφυλακίου του προπάππου μου και με συνόδευσε στην έξοδο. Ένιωθα τόσο χαρούμενη. Τα νομίσματα κουδούνιζαν σιγανά στην τσέπη του τζιν μου. Έβγαλα τη λίστα με αυτά που έπρεπε να αγοράσω. Στην αρχή της λίστας βρισκόταν το μαγικό ραβδί μου, το οποίο είναι απαραίτητο για να κάνω μάγια. Λίγα μέτρα μακριά βρήκα το μαγαζί με τα ραβδιά. Μέσα, ράφια με μακρόστενα κουτιά έφταναν ως το ταβάνι. Το ξύλινο δάπεδο έτριξε καθώς προχωρούσα. Ένας ηλικιωμένος άντρας εμφανίστηκε απ’ τις σκιές. «Πρωτοετής, έτσι;» Έγνεψα καταφατικά. «Για να δούμε ποιο είναι το κατάλληλο ραβδί για σένα». Πήρε μια μεζούρα και μέτρησε διάφορα σημεία του χεριού μου. «Αχα!» κατέληξε. «Δοκίμασε αυτό». Μου έδωσε ένα κοντό, άκαμπτο ραβδί. Όταν το άγγιξα ένιωσα σαν ένα κομμάτι πάγου να διαπέρασε όλο το σώμα μου. Ο γέρος άρπαξε το ραβδί απ’ το χέρι μου και μου έδωσε στη θέση του ένα άλλο. Ούτε κι αυτό μου ταίριαξε. Ούτε και το επόμενο. Η κατάσταση συνεχίστηκε για μερικά λεπτά. «Ακολουθήστε με, δεσποινίς» είπε ο άντρας και κατευθύνθηκε στο πίσω μέρος του μαγαζιού. «Δεν πίστευα ότι θα το ξανάκανα. Είναι ανήκουστο. Μα γιατί; Δεν μπορεί… Αλλά θα το κάνω. Δεν υπάρχει άλλη λύση». Μουρμούριζε ο γέρος καθώς έπαιρνε δυο ραβδιά και εκτελούσε πάνω τους ένα ξόρκι με το δικό του ραβδί. κι ύστερα ένα άλλο. Στο τρίτο ξόρκι τα ραβδιά υψώθηκαν λίγα εκατοστά πάνω απ’ το τραπέζι και ενώθηκαν σε ένα με μια λάμψη που φώτισε όλο το μαγαζί, πλησίασε το φως του ήλιου. «Πως σου φαίνεται αυτό το ραβδί;» με ρώτησε ο γέρος δίνοντας μου το καινούργιο ραβδί. Μόλις το έπιασα ένιωσα το ραβδί σαν ένα χαμένο μέλος του σώματος μου που ανυπομονούσε να ξαναενωθεί με το υπόλοιπο σώμα. Αυτή η αίσθηση ήταν πραγματικά πολύ παράξενη. Ταυτόχρονα τρομακτικά οικία. «Μόλις ένωσα δύο ραβδιά σε ένα, δεσποινίς… Black; είναι η δεύτερη φορά που το κάνω. Η πρώτη ήταν για τον προπάππο σας. Αυτός όμως δεν το χειρίστηκε σωστά, και αυτό είναι το λάθος μου» ο γέρος φαινόταν πολύ αναστατωμένος. «Δεν τον προειδοποίησα. Και το μετανιώνω ακόμα». Το μυαλό μου τριβέλιζαν χίλιες δυο ερωτήσεις. «Αυτό, δεσποινίς, δεν είναι ένα κοινό ραβδί. Αν το χρησιμοποιήσετε ασυλλόγιστα θα χαθείτε μαζί του». Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή. Ήμουν μπερδεμένη. «Τι εννοείτε;» κατάφερα να ψελλίσω. «εννοώ ότι αν χρησιμοποιήσετε αυτό το ραβδί με μίσος, ή χωρίς να συνειδητοποιείτε τι κάνετε, η δύναμη του θα σας σκοτώσει. Όταν προσπάθησα να το πω στον κύριο Black ήταν πια πολύ αργά. Ναι, είχε χαθεί». Ένιωθα χαμένη. Ο παππούς που δεν πρόλαβα να γνωρίσω… τι να είχε συμβεί άραγε; και χαμένη στις σκέψεις μου, εντελώς μηχανικά, έδωσα στον γέρο μερικές γαλέρες και πήρα το τυλιγμένο ραβδί μου κι έφυγα. Καθώς έβγαινα στον πολυσύχναστο δρόμο άκουσα από κάπου μακριά τον γέρο να μου φωνάζει να μην κάνω τα ίδια λάθη. Ήταν πολύ αργά όταν συνειδητοποίησα πόσα ήταν αυτά που ήθελα να ρωτήσω. Αλλά θα τα ανακάλυπτα όλα στο καινούργιο μου σχολείο! Δεν είχα ιδέα πως το ήξερα, αλλά ήμουν σίγουρη για αυτό. Συνέχισα τα ψώνια μου χωρίς άλλες αποκαλύψεις. Τέλος, αγόρασα μια καφετιά κουκουβάγια, με λαμπερά μάτια, γιατί μου είπαν ότι θα μου χρειαστεί για να επικοινωνώ με τους γονείς μου. Επέστρεψα σπίτι για το μεσημεριανό και περίμενα με τρομερή ανυπομονησία την επόμενη μέρα. Όπως είχα διαβάσει στην περγαμηνή νωρίς το πρωί θα περνούσε από την κοντινή πλατεία ένα λεωφορείο, το λεωφορείο των ιπποτών για να με μεταφέρει στην άλλη άκρη της πόλης, στο σταθμό. Την επόμενη μέρα ξυπνάω ακριβώς στην ώρα μου, χωρίς να βάλω ξυπνητήρι. Είναι η ένταση που δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Το μπαούλο μου περιέχει όλα τα σύνεργα μου και οι σχολικοί μανδύες μου βρίσκονται φρεσκοσιδερωμένοι στο πάνω μέρος του μπαούλου. Είχα χαιρετήσει αποβραδίς τους γονείς μου. Δεν χρειαζόταν να ξυπνήσουν τόσο νωρίς. Φόρεσα αθόρυβα ένα τζιν και ένα μακό μπλουζάκι, τα καινούργια μου αθλητικά και βγήκα από το σπίτι όσο πιο αθόρυβα μπορούσα, χωρίς να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. Περπάτησα ως την πλατεία. Όταν έφτασα ήταν έρημη, και δεν υπήρχε κανένα λεωφορείο. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ένα μεγάλο λεωφορείο ξεπρόβαλλε με ιλιγγιώδη ταχύτητα από τη γωνία του δρόμου. Έκπληκτη διαπίστωσα ότι ο οδηγός δεν πατούσε πάνω στο δρόμο, αλλά πήγαινε προς το μέρος δέντρων, φανοστατών, και ενός τηλεφωνικού θαλάμου. Και πάνω που πίστεψα ότι το λεωφορείο θα συγκρουστεί, ένα δέντρο πήδηξε προς τα πίσω, αποφεύγοντας το αφηνιασμένο λεωφορείο. Αυτό ήταν μαγεία! Το όχημα σταμάτησε ακριβώς μπροστά μου και ένας ψηλόλιγνος νεαρός κατέβηκε. «Για το Χόγκουαρτς;» ρώτησε, και πριν προλάβω να απαντήσω είχε αρχίσει να σπρώχνει το μπαούλο μου μέσα στο λεωφορείο. Τον κοίταξα για λίγες στιγμές σαστισμένη, ώσπου είπε: «Πάρε την κουκουβάγια και ανέβα. Δεν μπορούμε να περιμένουμε όλη τη μέρα». Υπάκουσα, πήρα το κλουβί της κουκουβάγιας μου και ανέβηκα. Μέσα, μια ομάδα περίπου είκοσι ατόμων κάθονταν γύρω γύρω σε ένα μικρό χώρο χωρίς καθίσματα και έδειχναν ο ένας στον άλλο τα ζωάκια τους. Επικρατούσε τρομερή φασαρία από κοάσματα βατράχων, νιαουρίσματα, και κρωξίματα κουκουβαγιών. «Ε, μια καινούργια» φώναξε ένα μελαχρινό κορίτσι. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν προς το μέρος μου. Ένιωσα πολλά ζευγάρια μάτια να με διαπερνούν. Τελικά ένα άλλο κορίτσι μου έγνεψε να πάω κοντά τους. Μου φέρθηκαν πολύ φιλικά και ένιωσα κατευθείαν άνετα, πρώτη φορά, αφού συνήθως ήμουν ντροπαλή στις γνωριμίες μου. Λίγη ώρα αργότερα –ούτε που κατάλαβα πως πέρασε η ώρα- φτάσαμε στο σταθμό. Η φασαρία που επικρατούσε στο λεωφορείο δεν ήταν τίποτα σε σχέση με αυτή του σταθμού. Το τρένο ήταν το πιο εντυπωσιακό που είχα δει ποτέ. Κατακόκκινο και μεγάλο. Και από ένα φουγάρο έβγαιναν σε τακτά χρονικά διαστήματα τουλούπες γκρίζου καπνού. Πολλοί άντρες και γυναίκες ήταν ντυμένοι παράξενα. Ένας άντρας φορούσε ένα βιολετί φόρεμα παλιάς εποχής και μια γυναίκα αντρικά σκαρπίνια. Ήταν φανερό ότι δεν είχαν συνηθίσει να ντύνονται έτσι. Επίσης παιδιά ανεβοκατέβαιναν στο τρένο, άλλα φορώντας τα ρούχα των Μαγκλ και άλλα ήδη ντυμένα με τον σχολικό μανδύα τους. Ένα ψηλό αγόρι κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Περπατούσε με τους ώμους πίσω, αργά αλλά σταθερά και με ένα ζεστό χαμόγελο στα χείλη του. Όταν πλησίασε αρκετά είδα μια κονκάρδα καρφιτσωμένη στο στήθος του, και αργότερα, αφού συστήθηκε μου είπε πως ήταν ο αρχιεπιμελητής του Χόγκουαρτς. Περπατήσαμε προς το τρένο και μου εξήγησε πως το Χόγκουαρτς ήταν ένα κάστρο με πολλά μυστικά και πως εκεί θα μαθαίναμε ένα σωρό πράγματα. Μου είπε για τα χαρακτηριστικά των τεσσάρων κοιτώνων και την ιστορία των ιδρυτών του σχολείου. Είχαμε φτάσει πια στο τρένο. «Θα σε δω μετά», μου είπε ο αρχιεπιμελητής «οι πρωτοετείς θα ταξιδέψουν στο δικό τους βαγόνι. Θα το βρεις στο βάθος». Απομακρύνθηκε με το ίδιο βήμα. Βρέθηκα και πάλι μόνη. Κατευθύνθηκα διστακτικά προς την κατεύθυνση που μου υπέδειξε, και είδα ένα κουπέ με την επιγραφή «πρωτοετείς». Έπιασα το πόμολο της πόρτας και σταμάτησα για ένα δευτερόλεπτο. Άρχιζε ένα νέο κεφάλαιο της ζωής μου, χωρίς φτώχια και βάσανα. Μια καινούργια αρχή. _________________ I dream in darkness I sleep to die Erase the silence Erase my life Our burning ashes Blacken the day
 |
|  | | Narcissa Admin


Ηλικία : 18 Συμμετάσχουν : 15 Nov 2007 Δημοσιεύσεις : 4560 Location : Στο σκοτάδι... Character sheet Mood: Cynical Ξόρκι: Avada Kedavra Κοιτώνας: Σλίθεριν
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Wed 20 Aug - 12:09 | |
| Το ονομά μου,είναι Emily Adams.Και μένω κάπου σ ενα κεντρικό σημείο της Αθήνας.Τα παλιά σοκάκια ενώνονται γραφικά και δίνουν μια αίσθηση μεταφοράς σ αλλον χρόνο.σε αλλες παλιές ξεχασμένες δεκαετίες.Η ζωή μου εδώ κυλούσε τόσο ήρεμα εως και βαρετά θα έλεγα μεχρι που διάφορα αλλόκοτα περιστατικα άρχισαν να ταράζουν τα κύματα μιας τυπικής εφηβικής ζωής.'Συμπτώσεις' κόντεψαν να με στείλουν στην τρέλα.Σκέψεις που αρχισαν να παίρνουν ζωή.Ας γίνω πιο συγκεκριμένη.Μια βραδιά ισως σκοτεινότερη απ όλες τις άλλες βρέθηκα μόνη στο σπίτι.σιγοτραγουδουσα τη σονάτα του σεληνόφωτος και ευχόμουν να μπορούσα να την ερμηνεύσω στο πιάνο του σαλονιού μας.τότε ξαφνικά,τα πλήκτρα,αρχισαν να κουνιούνται και να παίζουν τη μελωδία αυτή κάνοντάς με να τρέμω ολόκληρη.Πέρασα την υπόλοιπη νύχτα,στο μπαλκόνι του αναπαλιωμένου μας σπιτιού,αναζητώντας λιγη ηρεμία κάπου στη γαλήνη της νύχτας.Και κείνη όμως έσπαζε απο κάποιο σπαραχτικό κλάμα μιας γάτας,ή το αθλιο τραγούδι ενός μεθυσμένου που επιθυμούσε να κάνει την απελπισία του τραγούδι.Πώς μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή οτι όχι μόνο υπάρχει μαγεία αλλα μάλιστα και γώ η ίδια είμαι μαγισσα;Bλέπετε σε ζωές όπως η δική μου μαγεία σημαίνει απλά φαντασία.Και φαντασία παιδικότητα.Καθως κοιτούσα τα συννεφα στον νυχτερινό ουρανό μια πράσινη λάμψη πέρασε ακριβώς από δίπλα μου και πανικόβλητη κοίταξα κάτω.Ενας ηλικιωμένος άνδρας κρατούσα κάτι που έμοιαζε με ραβδί και με σημάδευε με μίσος.τρομαγμένη έτρεξα μέσα και έκλεισα με δύναμη την μπαλκονόπορτα.Άρχησα να βαριανασαίνω. ‘Τι στο καλό συμβαίνει;’ Ψέλλισα.Ακουμπησα την πλάτη μου στο τζάμι και σιγά σιγά ‘αρχησα να γλυστράω στο πάτωμα.βρεθηκα καθηστη να σκεφτομαι μέχρι που με ξυπνησα το φ ως του πρωινου ηλιου.Δε πρόλαβα να ανοίξω τα μάτια μου και ακουσα την εξωπορτα να κλείνει με δυναμη.πετ’αχτηκα πανω πανικοβλητη.Αυτη τη φορά ενιωθα ετοιμη να κανω κακό σ εκείνον η σε εκείνη που θα τολμούσε να με πειραξει χωρις να γνωρίζω πως με το που ειδα μια γυναικα να ξεπροβάλει με μια κινηση του χεριου μου την έκανα να ανυψωθεί και να χτυπήσει στον κοντινότερο τοιχο με δυναμη. ‘Μαμά…’ φώναξα.
Η μητερα μου κατά έναν περιεργο τροπο ειχε βγάλει ένα ραβδι παρόμοιο με εκείνο που κράταγε ο αγνωστος εχθες το βράδυ και ειχε μετατρεψει τον τοιχο σε κατι που εμοιαζε με γιγαντιο μαξιλάρι.Ηταν καλά ευτυχως.Αχ πόσο είχα τρομαξει….με το που σηκωθηκε ετρεξα στην αγκαλιά της και έβαλα τα κλάματα. Και η ιδια ηταν χλωμη και αναστατωμένη. ‘Πρέπει να μιλήσουμε.’εγνεψα καταφατικά και πήγαμε στην κουζίνα.κάθησα απέναντι της και μου έπιασε στοργικά το χέρι. 'Γλυκιά μου,'ειπε,'σήμερα εφτασε μια επιστολή,που μας ενημερώνει οτι έχεις μαγικές ικανότητες και οτι θα φοιτήσεις στη γνωστότερη σχολή μαγείας,το Χόγκουαρτς.Η επιστολη αυτή παραδοθηκε σε εμενα και γι αυτό γύρησα νωρίτερα από το ταξίδι μου.’ 'το περίεργο θα ήταν να μην είχες ματάκια μου.Και γώ και ο πατέρας σου είμαστε μάγοι.Και μάλιστα ο πατέρας σου επικηρυγμένος,ένας απο τους πιο επικίνδυνους και σκοτεινούς μάγους στον κόσμο.Αυτος ήταν ο λόγος που χωρίσαμε.' Αυτός ο διάλογος γκρέμισε όλον μου τον κόσμο.Ηταν το εναυσμα,μιας νέας ζωής.Της μαγικής μου ζωής. 'Γιατι δεν μου είπες τίποτα;' 'Ηθελα να σε προστατέψω.Ακουσέ με,οτι και να μάθεις,οτι και να γίνει δε θέλω να ακολουθήσεις τα βήματα του πατέρα σου.Ειναι ξακουστός ναι,αλλα αυτό δε σημαίνει τιποτα.Το σκοτάδι,οσο θελκτικό κ αν είναι,οσο κ αν η γοητεία του μπορεί να σε κυριεύσει,ειναι ικανό ακόμα και να σε σκοτώσει.'δεν μίλησα.αποσβωλομένη κοιτούσα την νέα μου πραγματικότητα,ανίκανη να αντιδράσω. 'αύριο,θα πάμε να αγοράσουμε όσα θα χρειαστείς.Και τώρα ωρα για υπνο.Χρειάζεσαι ξεκούραση.' 'Μαμα το ξέρεις οτι έχω πρόβλημα τα βράδια.΄ 'Να ένα κοινό με τον πατέρα σου λοιπόν.κανόνισε να μην αποκτήσεις περισσότερα.ονειρα γλυκά Emily.'
Σαν υπνωτισμένη πήγα στο δωμάτιο μου. Εκεινο το βράδυ δε κοιμηθηκα.Ειχα σχηματισει μια εικόνα για τον πατερα μου εντελώς διαφορετική.Νομιζα ότι ηταν κάποιος μποέμ τύπος που συγκρουστικε με τον ρεαλιστικο τροπο ζωης της μητερας μου.Ομως όχι.Ηταν ενας δολοφονος.Τις σκέψεις μου διέκοψε η χθεσινη αναμνηση.Δεν ειχα πει τιποτα στην μητερα μου.Ο ανθρωπος εκεινος προσπάθησε να με δολοφονήσει.Και όλα αυτά εξαιτίας της σκοτεινής καταγωγής μου.Στα 11 μου χρονια ολη η ζωή μου άλλαξε,και ακόμα δεν είχα δεί τιποτα. Με πήρε ο ύπνος τα ξημερώματα χαζεύοντας τις σκιές που χόρευαν ενα περίεργο waltz στο ταβάνι. Οταν σηκώθηκα το πρωί,ένιωθα κουρασμένη,σαν να ανέβαινα όλη νύχτα ενα απότομο βουνό απο αποκαλύψεις.μόλις ετοιμάστηκα,η μητέρα μου μου έπιασε γερά το χέρι. 'ο,τι και να γίνει μην αφήσεις το χέρι μου ναι;'εγνεψα καταφατικά,και ενα περίεργο συναίσθημα κυρίευσε ολο μου το κορμί.με ενα τρανταγμα βρεθήκαμε σε ενα περίεργο μέρος γεμάτο μαγαζιά για μάγους τα οποία θα μπορούσα να χαζεύω για ώρες...καμία φαντασία όσο ζωηρή κ αν ήταν δε θα μπορούσε να αποτυπώσει αυτό που έβλεπα.και ήξερα οτι θα υπήρχαν κ αλλα.Κ αλλα πραγματα που θα ηθελα τοσο πολύ να ανακαλύψω.να μάθω,και να δώ..Ισως τελικά δεν είναι τόσο κακό να σαι μάγος. 'Κυρία Adams,τι έκπληξη!πάνε χρόνια απο την τελευταία φορά που σας συνάντησα εδώ.Η κόρη σας;Χαρηκα δεσπονίς μου.' τα λόγια αυτα προήλθαν απο κάποιον ηλικειωμένο κύριο,με monocle,που κοιτούσε την μητέρα μου με δέος. 'Και γώ χαίρομαι που σε βλέπω Ralph.'πρώτη φορά άκουγα την μητερα μου ψυχρη.Τα μαγαζιά έμοιαζαν περισσότερο με στολίδια.Η διακοσμηση τους ηταν τόσο αλλόκοτη και περιεργη.Μα τι λέω;Βρισκόμαστε στον κόσμο των μάγων όλα είναι πιθανα.Τριγυρω έβλεπες ανθρωπους με ψηλά καπέλα.Αλλοι βιαστικοι να τελειωσουν τις δουλειες τους και αλλοι χαλαροί να συνομηλούν χαρούμενα με τους υπόλοιπους.Αγορασα ραβδί ενας αγχωτικός κύριος ψέλιζε 30 εκατοστά από ξύλο κερασιάς και πυρινας από τριχωμα μονοκερου.Αυτο που μου εκανε τρομερη εντυπωση ηταν το μαγαζι με τους μανδυες.δεν ειχα φορέσει παρόμοια ενδυση.Η μητέρα μου κάθε τοσο γελούσε με το απορημένο και εκπληκτο ύφος μου…τελειώσαμε γρήγορα τα ψώνια και φρόντισα να μάθω τα πάντα για την μελλοντική μου κατοικία.Η μητέρα μου κάτοικος του εξωτερικού φοίτησε σε κάποιο άλλο σχολείο στην Ελβετία παρόλα αυτά οι γνώσεις της με εξέπληξαν
Η 11 Σεπτεμβρίου έφτασε,και αναρωτιώμουν πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κάποια αποβάθρα 9 και 3/4.θελω να πώ εσείς το έχετε ξανακουσει ποτε;η τρια θα ηταν ή τέσσερα….'Παντα η αληθεια ειναι κάπου στη μέση Emily.'είπε η μητέρα μου.΄πλησίασα το τοίχο,ακούμπησα απαλά τα τούβλα και ενιωσα σα να ακουμπούσα ενα είδος Jellyfish.Κατι σα ζελέ δηλαδή.πέρασα απο μέσα και ενα κατακόκκινο τρένο κέντρισε τη προσοχή μου.προχώρησα αργά.ενα αγόρι δίπλα μου φαινόταν το ίδιο σφιγμένο με μένα.Ηξερα οτι ηταν ώρα να επιβιβαστώ στο τρένο αυτό,με προορισμό τη νέα μου ζωή. _________________


φώς και πάλι φώς η ψυχή που μάχεται
hey you...come closer...
Έχει επεξεργασθεί από τον/την Narcissa στις Wed 20 Aug - 20:20, 1 φορά |
|  | | Dan_LiZa Καθηγητής/ρια


Ηλικία : 14 Συμμετάσχουν : 30 May 2008 Δημοσιεύσεις : 5356 Location : Διπλα στον Edward... Character sheet Mood: Drunk Ξόρκι: Expelliarmus Κοιτώνας: Γκρίφιντορ
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Wed 20 Aug - 14:20 | |
| Ποτε δεν θα ξεχάσω την ημερα που μου σημαδεψε την ζωη. Ηταν 1η Αυγούστου, βραδυ και εγώ ως συνηθως καθομουν και σκεφτομουν πως οι διακοπες σιγα σιγα τελειωναν με εμενα να εχω μαθει ολο το προγραμμα της τηλεορασης απ' εξω. Ανυπομονουσα να ερθει ο Σεπτέμβρης για να ξεκινησει η σχολική χρονιά και να συναντήσω τους παλιούς μου συμμαθητές και τις φιλες μου που δυστυχως ειχαν φυγει στο εξωτερικο και οι δυο τους για τις καλοκαιρινες διακοπες. Αχ, οι κολλητουλες μου. Ηταν δυο, η Χριστινα και η Αλικη. Η Χριστινα ξανθια, ψηλη με μελι ματια και γλυκα χαρακτηριστικα ήταν μια απ' τις καλυτερες μαθητριες σαν κι εμενα, με πολλα αγορια στην ποδια της. Ηταν δυναμικη και εδινε τις καλυτερες συμβουλες. Η Αλικη ηταν λιγο πιο κοντη, με μακρια μαυρια μαλλια, καστανα ματια και ενα γλυκο χαμογελο. Ηταν η γλυκια της παρεας και συνεχεια προσπαθουσε να μας παρηγορησει οταν ειμασταν χαλια για τα αγορια. Ο αδελφός μου, ενας απ' τα πιο περιζητητα αγορια της Καλλιθεας, εβγαινε καθε μερα εξω με την παρεα του και ευχοταν να μην τελειωνε ποτε το καλοκαιρι! Εκει λοιπόν που ήμουν βυθισμένη στις σκέψεις μου, με φώναξε ο μπαμπάς μου και μου είπε να πάρω τα γράμματα απ' το γραμματοκιβώτιο. Εγώ, μουρμουρίζοντας πήγα κάτω στην πολυκατοικία και κατευθήνθηκα προς τα γραμματοκιβώτιά μας. -Λογαριασμοί, λογαριασμοί, λογαριασμοί..... Οπ... Τιν τούτο; ειπα. Υπηρχαν τεσσερις φακελοι. τρεις ηταν με λογαριασμούς και ο τελευταίος.. για εμενα! Ποιος άραγε θα μου έγραφε εμένα; Δεν μιλουσα με κανέναν δια αλληλογραφιας, με τα κοριτσια μεσω msn και κινητου μιλαγαμε. Οι συγγενεις μας δεν μας εστελναν γραμματα κι αν εστελναν, θα τα εγραφαν στο ονομα του πατερα μου. Αρα... ποιος ηταν αυτος που μου 'χε γραψει γραμμα;
Με τρεμαμενα χερια ανοιξα το γραμμα.
Στην Δεσποινίδα Λιζα Μποουνς Οδός ........................... Αθήνα, Καλλιθέα
Ο φάκελος ήταν μπεζ και τα γράμματα γραμμένα με ένα κόκκινο μελάνι καλλιγραφικά. Απορόντας για αυτό το γράμμα, πήγα στο σπίτι, εδωσα τους λογαριασμους στον μπαμπα και εκρυψα το γραμμα κατω απ' την μπλουζα μου. Ετρεξα στο δωματιο μου, αφησα τα κλειδια στο κομοδινο μου και ξαπλωσα στο κρεβατι με το γραμμα στα χερια μου. Γαι εναν ανεξηγητο λογο ετρεμαν, και δεν ηξερα εαν επρεπε να ανοιξω το γραμμα. Αλλα γιατι ανυσυχουσα τοσο; Σιγα, ενα γραμμα ηταν! Στο τελος αποφασισα να το δωσω στους γονεις μου να το διαβασουν και μετα θα το διαβαζα κι εγω. Τους βρηκα στην κουζινα. Η μητερα μου, μια ψηλη γυναικα με μαυρα κοντα μαλλια και καστανα ματια καθοταν και μαγειρευε ενω ο μπαμπας κοιταζε τους λογαριασμους.
- Μπαμπα μου ηρθε ενα γραμμα, ειπα. - Απο ποιον; - Δεν ξερω... - Το δαιβασες; - Τσου..... - Κατσε θα το διαβασω εγω, ειπε η μητερα μου και πηρε το γραμμα απ' τα χερια μου. Εκείνη όταν άνοιξε τον φάκελο, ταραχτηκε και αφησε το γραμμα να πεσει απ' τα χερια της. - Μαμα τι επαθες; της ειπα εγω ταραγμενη - Διαβασε, μου απαντησε εκεινη.
Εγω σηκωσα τον φακελο διστκατικα, τον ανοιξα και αρχισα να διαβαζω δυνατα για να ακουσει κι ο πατερας μου που προσπαθουσε να συνεφερει λιγ οτην μητερα μου.
" ΣΧΟΛΗ ΧΟΓΚΟΥΑΡΤΣ ΓΙΑ ΜΑΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΞΟΡΚΙΑ" Αγαπητή δεσποινις Μποουνς
............................................................... μια θεση με υποτροφία σασ περιμενει στην σχολή Χόγκουαρτς..........................................1η Σεπτεμβρίου..........Η κουκουβάγια σας .......................
Όταν το διάβασα έμεινα καγκελο! Ειχα σοκαριστει. – Τι ειναι αυτο; σκεφτηκα. Προσπαθησα να ηρεμησω και τα καταφερα. Γελασα. Προσπαθησα να πεισω τον εαυτο μου οτι ολο αυτο ηταν ενα αστειο και τα καταφερα. Σειρα τωρα ειχαν οι γονεις μου. - Ενα αστειο ειναι - Πως εισαι τοσο σιγουρη; ειπε η μητερα μου - Ρε μαμα, πιστευεις πραγματικα οτι υπαρχουν μαγοι και μαγισσες; Κι αν ναι, τοτε τι πιστευεις οτι ειμαι μια μαγισσα, εγω, ΕΓΩ; - Γιατι οχι; απαντησε η μητερα μου νευρικα - Μαμα! Συνελθε! Κοιτα τον κοσμο μας! Το μονο που ακουμε ειναι πυρκαγιες, τον Μπουλη που κλεβει τα λεφτα μας κι άλλα τετοια θεματα. Αν υπηρχαν μαγοι δε θα βοηθουσαν εμας, τους απλους ανθρωπους σε αυτην τη κατασταση; - Λιζα εγω σε πιστευω. Αλλαι ειναι πολυ τραβηγμενο αστειο. - Να! Ενας λογικος ανθρωπος! Μαμα; - Εχει μια λογικη το εςπιχειρημα σου. - Ευτυχως που το καταλαβες βρε μαμα, ειπα εγω και την αγκαλιασα. Αντε παω στο δωματιο μου τωρα.
Δεν ηξερα τι να πιστεψω. Ηθελα να πισω τον εαυτο μου οτι ηταν ενα αστειο. Πριν λιγα λεπτα το 'χα καταφερει αλλα τωρα που καθομουν με το τσαλακωμενο πια γραμμα στο χερι μου, δεν ηξερα τι να πιστεψω. Ξαπλωσα στο κρεβατι μου και συνηδητοποιησα ποσο κουρασμενη ημουν. Εβαλα τα ακουστικα μου και αποκοιμηθηκα μεσα σε λιγα λεπτα. Θυμαμαι ακομα εκεινο το ονειρο. Εβλεπα πως ειχα παρει ενα γραμμα που μου ελεγε πως ειμαι μια μαγισσα και θα φοιτουσα στο Χογκουαρτς. Οι γονεις μου ηταν τρισευτυχισμενοι, ο αδελφος μου μου παραπονιοταν συνεχεια πως ημουν πολυ τυχερη και εγω πετουσα στον εβδομο ουρανο. Ειχα δει κι αλλα πολλα αλλα την επομενη μερα τα 'χα ξεχασει ολα.
Οταν ξυπνησα και σηκωθηκα ακουσα τους γονεις μου απ' την κουζινα να μιλανε. Γεματη περιεργεια, πηγα στην κουζινα και ειδα την μητερα μου με κοκκινα ματια να κραταει το κεφαλι της με τα χερια της. Ο πατερας μου ηταν πιο ηρεμος. Το μονο που εκανε ηταν να μιλαει στη μητερα μου και να της λεει διαφορα καθησυχαστικα λογια.
- Μην ανησυχεις. Ολα θα πανε καλα, της ελεγε ολην την ωρα. - Τι συμβαινει; ρωτησα εγω - Δες, ειπε ο μπαμπας, κια διαβασε. - Οχι παλι τα ιδια σκεφτηκα εγω.
Για αλλη μια φορα ενας μπεζ φακελος ειχε ερθει με τα ιδια στοιχεια. Οταν ανοιξα τον φακελο ενω περιμενα να διαβασω το ιδιο πραγμα μες την πεοηγουμενη φορα, διαβασα κατι διαφορετικο.
Κύριε και Κυρία Μποουνς
Λογικά θα πιστεύετε ότι όλο αυτό ειναι ένα κακόγουστο αστείο εις βάρος της κόρης σας. Όμως αυτή είναι η αλήθεια και πρέπει να καταλάβετε ότι η κόρη σας είναι μια μάγισσα και ότι πρέπει να φοιτίσει κανονικά στο σχολείο που είναι κατάλληλο για εκείνην. Την 1η Σεπτεμβρίου στις 8:30 η Δεσποινίς Λιζα Καραχαλιου θα πρεπει να βρισκεται στην αποβαθρα 9 και 3/4. Το τρενο θα φυγει στις 9:00. Στην αλλη σελιδα θα βρειτε τα πραγματα που θα πρεπει να παρετε για την νεα σχολικη χρονια. Τα πραγματα αυτα θα τα βρειτε στην Διαγωνιο Αλεα που βρισκετε ................................. Οι μαθητες έχουν το δικαιωμα να παρουν μαζι τους έναν βατραχο, μια γατα ή μια κουκουβάγια.
Με εκτιμηση, Η υποδιευθυντρια.
Η άλλη σελιδα ηταν μια μεγάλη λίστα που εγραφε ολα οσα θα μου χρειαζοντουσαν για το σχολειο. Μανδυες, βιβλια με ξορκια και μεταμορφωσεων, ραβδια, χυτρες....................
Δεν ηξερα ποια ακριβως ήταν τα συναισθηματα μου. Ενιωθα λυπη και στεναχωρια για τις φιλες μου, τους γονεις μου, τον αδελφο μου. Ποτε δε φανταστηκα οτι το γραμμα ελεγε αληθεια. Ναι, ηλπιζα να ειμαι μαγισσα, αυτη ειναι η αληθεια αλλα εκεινην την στιγμη...... δεν ηξερα τι ενιωθα. Μεσα ομως σε αυτην την λυπη ηξερα πως μπορουσα να τα καταφερω, ηξερα πως αυτο ηταν το πεπρωμενο μου, ηξερα πως αυτο ηθελα. Μπορει να μην γνωριζα πολλα πραγματα για το Χογκουαρτς αλλα βαθια μεσα μου ενιωθα ... χαρά. Ήμουν μια μάγισσα, θα μπορούσα να κάνω χίλια δυο πραγματα. Και μπορεί να έφτιαχνα και καινούργιες φιλίες........ μπορεί.........
Το υπολοιπο καλοκαιρι περασε με υστεριες, φωνες, γελια,τρελες και απογοητευση
- Πλακα μου κανεις; ειπε ο αδελφος μου - Οχι ρε Χαρη, του ειπα εγω - Δηλαδη εσυ θα πας σε μια σχολη μαγειας; Κι εγω θα κατσω εδω με τα αρχαια και την στριγγλα; Δεν ειναι δικαιο! - Ελα ρε Χαρη μην κανεις έτσι. Σιγα τελειωνεις ετσι κι αλλιως σε λιγο καιρο! - Πο ρε! Γιατι ειμαι τοσο γκαντεμης; - Χχχχχχχχχχχχχχχχχ................ αρε Χαρη θα μου λειψεις - Και σε μενα ρε τουβλο! - Ευχαριστω, ρε. αυτο εχεις να πεις;
Η μητέρα μου δεν το είχε πάρει και πολύ καλα. Έλεγε συνέχεια τα ιδια πραγματα "η κορη μου μαγισσα;" ή "ο χαρης ειναι μια χαρα! Η λιζα γιατι ειναι έτσι;". Ο πατέρας μου ήταν πιο ηρεμος. Ο πατέρας μου είχε έρθει μαζί μου για τα ψώνια, και εκείνος ηταν αυτος που με συμβούλευε συνέχεια να μην ντρέπομαι για αυτό που ήμουν και να προσεχα τωρα που θα εμενα τοσον καιρο σε ενα καστρο με συνομιληκους μου. Τι να κανουμε, πατερας ηταν και φοβοταν... Όμως δεν ηξερε ότι εγώ ενιωθα πολύ καλα με αυτά που είχα μάθει. Ο αδελφός μου πάλι μου ελεγε συνεχεια ποσο τυχερη ήμουν... Ήξερα ποσο πολύ ήθελε να είναι και εκείνος ένας μάγος.............
Ο καιρός πέρασε και είχε φτάσει πια η 1η Σεπτεμβρίου. 8:40 και εγώ βρισκόμουν μαζί με τον αδελφό μου και τον πατέρα μου στοσ σταθμό. - αποβάθρα 7...8...9... 10; ΠΟυ ειναι η 9 και 3/4 ειπα. - Μηπως κανεις κανενα λάθος; ειπε ο Χαρης -Όχι! Εδώ έπρεπε να είναι. -Ηρεμησε, ηρεμησε! Θα βρουμε μια λύση ειπε ο μπαμπας μου.
Τοτε, ειχε εμφανιστει μια οικογένεια. Ήταν περίπου σαν και εμένα. Ήταν βέβαια 2 παιδιά, με βαλίτσες και είχαν και τα 2 μια κουκουβάγια, όπως και εγώ! Ενιωθα χαρούμενη Πηγα κοντά τους και τους ζήτησα να με βοηθήσουν. Εκείνοι μου είπαν τι έπρεπε να κανω κι εγώ έκανα αυτό ακριβώς που μου είπαν. Πέρασα τρεχοντας τον τοίχο που χώριζε την αποβαθρα 9 και 10 και βρεθηκα σε ενα αλλο μερος. Εκει βρισκόταν η αποβαθρα 9 και 3/4 και ενα κοκκινο τρενο που με περιμενε. Απο πισω μου ειχε εμφανιστει ο πατερας μου και ο αδελφος μου. Ήταν εντυπωσιασμένοι σοκαρισμένοι με αυτό που έβλεπαν. -8:50. Πρεπει να παω στο τρενο! ειπα. - Καλη τύχη μικρο!!!! ειπε ο αδελφός μου. -Thanks bro!!!!!!!!!! τα λεμε συντομα! - Καλη τύχη κοριτσακι μου και να θυμάσαι πως είμαστε μαζί σου... ειπε ο μπαμπας μου -Οχι ολοι..... ειπα εγώ. - Ελα μην μουτρωνεις τωρα για την μαμα. Σ' αγαπαει ρε χαζο απλα θελει χρονο να τσυνειδητοποιησει οτι εχει συμβει. Αντε μην πας ετσι με τετοια μουτρα στο Χογκουαρτς! - Νταξει, ειπα εγω και χαμογελασα Τους αγκάλιασα και ανέβηκα πάνω στο τρένο. Όλα τα βαγονια ήταν πιασμένα και στο τέλος του διαδρόμου βρήκα ένα βαγόνι με μονο δυο συνομιλικα παιδια μεσα. Ενα αγορι κι ενα κοριτσι. Η κοπελα ηταν πολυ συμπαθητικη με καστανα μαλλια και ματια και με ενα μεγαλο χαμογελο. Το αγορι ηταν λιγο σκυθτωπο αν και ειχε ωραια χαρακτηριστικα. - Συγγνώμη αλλά τα άλλα βαγόνια είναι γεμάτα. Μπορώ να κάτσω; τους είπα -Ναι φυσικά! απαντησε η κοπελα και μου εδειξε την θεση διπλα της _________________ Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen Edward Cullen
 |
|  | | EL.J girl Παρασκευαστής φίλτρων


Ηλικία : 17 Συμμετάσχουν : 10 Feb 2008 Δημοσιεύσεις : 912 Location : Kea Character sheet Mood: Happy Ξόρκι: Expelliarmus Κοιτώνας: Χάφλπαφ
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Wed 20 Aug - 15:06 | |
| Δεν το πιστεύω ότι έφτασε η ώρα να πάω σε αυτό το, τόσο παράξενο, σχολείο που μας περιέγραψε ο κύριος που ήρθε πριν ένα μήνα στο σπίτι μας!!! Μου είπε ότι ήμουν μάγισσα κι ότι έπρεπε τη 1 Σεπτεμβρίου να βρίσκομαι στην σήραγγα κάτω από τον Σταθμό Λαρίσης όπου βρίσκεται ο μαγικός σταθμός που θα με μεταφέρει στο Χόγκουαρτς. Όταν ρώτησα γιατί έχει ξένο όνομα, ο Κύριος με το αστείο ντύσιμο μου απάντησε πως λέγεται έτσι προς τιμήν του πρώτου σχολείου για μάγους που χτίστηκε ποτέ στον κόσμο. Ήταν πολύ δύσκολο να το πιστέψω…
Αλλά ας τα πάρω από την αρχή!!! Λέγομαι Ελευθερία και μένω σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου. Ζούσα μιαν φυσιολογική ζωή και πήγαινα σε κανονικό σχολείο για «Μαγκλς»(σύμφωνα με ένα βιβλίο που διάβασα έτσι λέγονται οι κοινοί θνητοί που δεν έχουν μαγικές ικανότητες). Ήμουν άριστη μαθήτρια και σκόπευα τον Σεπτέμβρη να συνεχίσω τις σπουδές μου στο Γυμνάσιο. Ήταν πολύ ξαφνικό για μένα να μάθω την αληθινή μου ταυτότητα, άλλαζε όλη μου η ζωή και όλα μου τα σχέδια… Ήταν όμως και συναρπαστικό να γνωρίσω έναν κόσμο που μέχρι εκείνη την στιγμή αγνοούσα παντελώς!!! Και οι γονείς μου ήταν λίγο δύσπιστοι σχετικά με όλο αυτό μέχρι που τους απέδειξα πως είμαι μάγισσα με ένα παράξενο τρόπο: έκανα με την σκέψη μου τη γάτα μας να …χορεύει!!! Ξέρω πως φαίνεται αστείο μα είναι η πραγματικότητα!!!
Προμηθεύτηκα τα απαραίτητα αντικείμενα όπως βιβλία και μαγικό ραβδί από μια καλά κρυμμένη αγορά στο κέντρο της Αθήνας, η οποία ήταν ασφυκτικά γεμάτη από κόσμο… είναι πολύ περίεργο να βλέπεις τόσους μάγους μαζεμένους!!!! Βρίσκοταν σε έναν τοίχο δίπλα σε ένα σοκάκι με σκουπιδοτενεκέδες!!! Ήταν ένας μακρύς δρόμος με μαγαζιά δεξιά κι αριστερά. Εντυπωσιάστηκα μόλις είδα ότι τα πάντα προορίζονταν για μάγους… Ραβδοποιία , Φαρμακεία, βιβλιοπωλεία και άλλα παρόμοια μαγαζιά ήταν γεμάτα με εμπορεύματα άλλα ζωντανά και άλλα όχι. Το μάτι μου έπεσε σε ένα τεράστιο κτήριο που το φρουρούσαν μικρά ανθρωπάκια, ρώτησα δυνατά τι είναι και ένας περαστικός μου απάντησε πως ήταν η τράπεζα των μάγων και τα ανθρωπάκια ήταν καλικάτζαροι… η αλήθεια είναι ότι ποτέ μου δεν φανταζόμουν ότι θα συναντήσω αληθινό καλικάτζαρο και δεν τους φανταζόμουν έτσι όταν η γιαγιά μου τους περιέγραφε σε χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Ένας κύριος με αξιοπρεπή έκφραση με ρώτησε πως με λένε σε ένα μαγαζί για μανδύες, του απάντησα κι εκείνος με μια ξινισμένη έκφραση με αποκάλεσε «λασποαίματη» κι έφυγε!!! Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό… σίγουρα πάντως δεν είναι καλό!!!
Και να ‘μαι τώρα στη σήραγγα κάτω από το σταθμό Λαρίσης. Παίρνω μια βαθιά αναπνοή και περνάω μέσα από τον συμπαγή τοίχο. Από την άλλη πλευρά ακούγεται φασαρία… Οι πλατφόρμα είναι γεμάτη με παιδιά και γονείς που δακρυσμένοι τα αποχαιρετούν. Παίρνω το κλουβί με την κουκουβάγια μου και το μπαούλο μου, χαιρετάω τους γονείς μου που δεν λέγανε να ξεκολλήσουν από πάνω μου και επιβιβάζομαι στο Hogwants express Athens. Εκεί είναι που συνειδητοποιώ ότι δεν γνωρίζω κανέναν, για καλή μου τύχη μια ταμπέλα με την ένδειξη «Πρωτοετείς» με καθοδηγεί. Μπαίνω στο κουπέ που ήταν γεμάτο με παιδιά, με την ίδια φοβισμένη έκφραση για το άγνωστο με την δική μου!!! Εκτός από ένα… φαίνεται πολύ σίγουρο γι αυτό που πάει να ζήσει!!! Πιάνω μια θέση δίπλα του και κάθομαι, τακτοποιώ τα πράγματά μου και φοράω τον μανδύα μου…! Νιώθω το τρένο να ξεκινάει και κοιτάω από το παράθυρο ψάχνοντας με το βλέμμα μου τους γονείς μου… τελικά τους εντοπίζω… με κοιτούσαν και με χαιρετούσαν κλαμμένοι και οι δύο που θα με χάνανε για έναν ολόκληρο χρόνο!!! Τους χαιρετάω κι εγώ… Ψάχνω στην τσάντα μου για το mp3 player μου όταν το βρίσκω βάζω δυνατά την μουσική μου και χάνομαι στις σκέψεις μου… Επιτέλους…η νέα μου ζωή ξεκινάει!!!! _________________
Once I had a dream... and this is it ... ******************************************************* |
|  | | RemousLoupin Moderator


Ηλικία : 16 Συμμετάσχουν : 01 Dec 2007 Δημοσιεύσεις : 1708 Location : Sleepy Hollow Character sheet Mood: Pensive Ξόρκι: Expecto Patronum Κοιτώνας: Χάφλπαφ
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Thu 21 Aug - 13:28 | |
| «Ξύπνα Μένανδρε! Θα αργήσουμε!» Ήταν οι πρώτες λέξεις που άκουσα εκείνη την ημέρα. Ήταν η μητέρα μου που μου φώναζε να κατέβω στην κουζίνα για να πάρω το πρωινό μου. Στριφογύρισα βαριεστημένα στο κρεβάτι μου για να κοιτάξω το ρολόι που βρισκόταν στο κομοδίνο. 7μιση. Έπρεπε να είχα σηκωθεί εδώ και μισή ώρα. Πάλι με πήρε ο ύπνος. Αυτήν την φορά όμως δεν έπρεπε να αργήσω… Όχι σήμερα… Σήμερα είναι μια σημαντική ημέρα… Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου, φόρεσα βιαστικά τα ρούχα μου και κατέβηκα στην κουζίνα. Στο τραπέζι βρισκόταν ήδη μια φέτα ψωμί με βούτυρο και ένα ποτήρι κρύο γάλα. «Έπρεπε να είχαμε φύγει εδώ και 15 λεπτά. Κάτσε και φάε γρήγορα.»μου είπε επιτακτικά η μητέρα μου. Η μαμά μου δουλεύει ως δικηγόρος. Κάθε πρωί τέτοια ώρα βρίσκεται στο γραφείο της, αλλά σήμερα ήθελε να είναι μαζί μου. Την χρειαζόμουν σε μια τόσο σημαντική στιγμή της ζωής μου… «Ο μπαμπάς δεν θα έρθει;»ρώτησα την μητέρα μου παρατηρώντας την εφημερίδα στην άλλη άκρη του τραπεζιού. «Φυσικά και θα έρθει, καλέ μου»απάντησε και μου χαμογέλασε γλυκά. «Είναι στο σχολείο, όμως θα μας συναντήσει στον σταθμό». Ο πατέρας μου είναι δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο. Παρόλα αυτά εγώ ποτέ δεν ήμουν άριστος μαθητής. Είμαι 11 χρονών και πηγαίνω στο 21ο δημοτικό σχολείο Αθηνών. Κανονικά, αν συνέχιζα στο σχολείο της γειτονιά μου θα φοιτούσα στην 5η τάξη, αλλά με τα δεδομένα του νέου μου σχολείου ξεκινώ απ’την πρώτη. Ούτε που ξέρω κατά που πέφτει, αλλά είμαι χαρούμενος που επιλέχτηκα σε μια τόσο σημαντική σχολή… Όπως μου λένε δηλαδή.
«Είσαι έτοιμος;»με ρώτησε η μητέρα μου. «Μισό λεπτό!»φώναξα. Έτρεξα στο δωμάτιό μου, φόρεσα το σακάκι μου και άρπαξα ένα γράμμα με μια κόκκινη σφραγίδα από το γραφείο μου. Κινήθηκα προς την πόρτα, αλλά ξαφνικά σταμάτησα. Γύρισα στο γραφείο μου, πήρα ένα στυλό και διέγραψα τον αριθμό «1» από το ημερολόγιο. Σήμερα ήταν 1 Σεπτεμβρίου, η πρώτη μέρα που άφηνα το σπίτι και την οικογένεια μου για να ξεκινήσω μια νέα ζωή…
Σ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής με το λεωφορείο διάβαζα και ξαναδιάβαζα το γράμμα που είχα παραλάβει πριν από περίπου δυο μήνες. Το γράμμα που μου άλλαξε την ζωή… Αυτό το γράμμα έλεγε ότι έγινα δεκτός στην Σχολή Χόγκουαρτς για Μαγείες και Ξόρκια και ότι στις 1 Σεπτεμβρίου έπρεπε να παρευρίσκομαι εκεί για την έναρξη των μαθημάτων. Στην αρχή νόμιζα ότι πρόκειται για άλλη μια φάρσα εκείνων των ενοχλητικών παιδιών από το σχολείο, όταν όμως το έδειξα στους γονείς μου μου είπαν πως ήρθε η στιγμή να μάθω όλη την αλήθεια… Μου εξήγησαν ότι ο παππούς μου, που πέθανε όταν εγώ ήμουν 5 χρονών, ήταν μάγος! Μάγος με ραβδί και μακριούς μανδύες! Όπως και στα παραμύθια που μου έλεγε όταν ήμουν μικρός. Έτσι εξηγούνται και τα περίεργα «κόλπα» που μου έκανε και τα έβρισκα τόσο διασκεδαστικά… Έτσι εξηγείται και το περίεργο όνομά μου: Μένανδρος. Ήταν του παππού μου και μου το έδωσαν επειδή τους το ζήτησε ο ίδιος, ο μοναδικός μάγος της οικογένειας! Χάρη σ΄ αυτόν έγινα κι εγώ μάγος…Ποίος θα το φανταζόταν;
«Εδώ είμαστε… Κατεβαίνουμε.»είπε η μητέρα μου και με σκούντηξε στον ώμο. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα όταν κατέβηκα από το λεωφορείο ήταν ένα παλιό καφενείο, το οποίο έβλεπα για πρώτη φορά. Ήμουν σίγουρος ότι είχα κατέβει άπειρες φορές σ’ αυτήν την στάση, όμως ποτέ μου δεν είχα προσέξει εκείνο το μέρος… «Υποθέτω πως θα πρέπει να μπούμε σ’ αυτήν την αποθήκη…» «Το καφενείο εννοείς…»ρώτησα κοιτώντας με περιέργεια την μαμά μου. «Στο γράμμα που μου έστειλε ο διευθυντής του νέου σου σχολείου –αυτός με το αλλόκοτο όνομα- έλεγε ότι θα πρέπει να μπούμε σε μια αποθήκη κι εκεί θα μας δείξουν που να πάμε…»αποκρίθηκε εκείνη. «Τώρα όμως που το λες κάτι ανέφερε και για ένα καφενείο… Δεν θυμάμαι όμως καλά τι ακριβώς έλεγε. Το γράμμα ήταν τόσο μπερδεμένο... Ανέφερε κάτι και για κάποιους… Μαγκλ. Ουφ, τέλος πάντων, ας μπούμε και βλέπουμε!»
Μόλις άνοιξα την πόρτα αντίκρισα έναν μικρό μισοσκότεινο χώρο. Παντού υπήρχαν μακριά ξύλινα τραπέζια και γύρω τους καθόταν άντρες και γυναίκες με ψηλά μυτερά καπέλα και μακριούς πολύχρωμους μανδύες. Σε μια γωνία τέσσερις άντρες με βιολιά, κιθάρες και φλογέρες έπαιζαν χαρούμενα τραγούδια, δίνοντας μια εύθυμη νότα στην ατμόσφαιρα. Τον χώρο φώτιζαν αναμμένοι δαυλοί που κρεμόταν από τους πέτρινους τοίχους, ενώ ποτήρια και πιάτα πηγαινοερχόταν… πετώντας από το μπαρ στα τραπέζια και αντιστρόφως! Η μητέρα μου κι εγώ κατευθυνθήκαμε προς το μπαρ όπου ένας καραφλός μαυροντυμένος άντρας έβαζε ένα σκούρο πράσινο υγρό σε ένα ποτήρι. «Συγνώμη»μίλησε πρώτη η μαμά μου. «Ψάχνουμε έναν κύριο Ιγνάτιο…Μας στέλνει ο διευθυντής της σχολής Χόγκρατζ… Ή κάπως έτσι…» «Α Χόγκουαρτς εννοείτε… Χόγκουαρτς! Εγώ είμαι ο κύριος Ιγνάτιος. Ήρθατε για τον μικρό ε;»αποκρίθηκε ο μπάρμαν και μου χαμογέλασε πλατιά αποκαλύπτοντας τα κιτρινισμένα δόντια του. «Ναι, μου μίλησε για σας ο διευθυντής… Μάλιστα, ελάτε από εδώ!»είπε ζωηρά ο άντρας και μας έκανε νεύμα να τον ακολουθήσουμε. «Εδώ είμαστε!»μίλησε ξανά έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα, ανοίγοντας μια πόρτα λίγα μέτρα πιο δίπλα από το μπαρ. Πίσω από την πόρτα, προς μεγάλη μου έκπληξη, αντί για κάποιο δωμάτιο βρισκόταν ένας μακρόστενος διάδρομος που σχημάτιζαν σειρές ψηλών ραφιών. Πάνω στα ράφια υπήρχαν μικρά μακρόστενα κουτιά. «Λοιπόν νεαρέ… Έχεις τη λίστα με τα πράγματα που θα χρειαστείς στο Χόγκουαρτς;»με ρώτησε ο μπάρμαν. «Α, την λίστα…Ναι, μισό λεπτό…Εδώ είναι!»του απάντησα βγάζοντας απ΄την τσέπη της ζακέτας μου ένα διπλωμένο χαρτί. «Ωραία! Τώρα εσύ μπες μέσα και μην ξεχάσεις να πεις ότι σε στέλνει ο κύριος Ιγνάτιος…Εντάξει; Η μητέρα σου θα έρθει να σε βρει σε λίγο…Πρέπει πρώτα να πάει στην Γκρίνγκοτς!» «Πού;»ρωτήσαμε συγχρόνως και οι δύο. «Στην Γκρίνγκοτς! Στην Τράπεζα των Μάγων φυσικά. Ο διευθυντής μου είπε ότι είστε οικογένεια Μαγκλ, έτσι δεν είναι; Άντε μπες εσύ κι εγώ θα οδηγήσω την μητέρα σου στην Τράπεζα. Δεν θα αργήσουμε… Καλή επιλογή σου εύχομαι, μικρέ!» «Μα… Τι…;»δεν πρόλαβα όμως να ολοκληρώσω την πρόταση μου, αφού ο μπάρμαν με έσπρωξε βίαια στο διάδρομο κλείνοντας πίσω μου την πόρτα. Δεν μου άρεσε καθόλου αυτή η ξαφνική αλλαγή σχεδίων, όμως για κάποιον ανεξήγητο λόγο αυτός ο περίεργος άντρας είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου. Έτσι αποφάσισα να κάνω ότι μου είπε και άρχισα να βηματίζω αργά προς το τέλος του μακρόστενου διαδρόμου.
Όταν, έπειτα από λίγες στιγμές, βγήκα απ’ τις ψηλές σειρές των ραφιών, βρέθηκα σε έναν χώρο που έμοιαζε με μαγαζί, αρκετά μεγαλύτερο από την μικρή παμπ που βρισκόμουν πριν λίγα δευτερόλεπτα. Τους τοίχους κάλυπταν ψηλά ράφια με μακρόστενα κουτιά, παρόμοια με αυτά που είχα δει προηγουμένως, ενώ από το ταβάνι κρεμόταν ένας πολυέλαιος με κεριά. «Γεια σου! Θα μπορούσα να σε βοηθήσω σε κάτι;»με ρώτησε ένας ασπρομάλλης γεράκος, ο οποίος ξεπρόβαλε από έναν άλλο διάδρομο που σχημάτιζαν σειρές ραφιών, κάνοντάς με να αναπηδήσω τρομαγμένος. «Εεεε… Με… Με στέλνει ο κύριος Ιγνάτιος…»απάντησα τραυλίζοντας σοκαρισμένος από την αιφνιδιαστική εμφάνιση του μαγαζάτορα. «Α, ναι! Θα πρέπει να ήρθες για το ραβδί σου, ε...;» Ραβδί…;σκέφτηκα και κοίταξα την λίστα με τα πράγματα που ακόμα κρατούσα στο χέρι μου. Βέβαια, είναι πρώτο στην λίστα… «Για πλησίασε... Τέντωσε σε παρακαλώ το καλό σου χέρι. Μάλιστα… Για να δούμε τι έχουμε για σένα…»είπε σκεπτικός ο ηλικιωμένος άντρας, αφού μέτρησε με μια μεζούρα τον δεξί πήχη μου.«Δοκίμασε αυτό»είπε και μου πρόσφερε ένα καλλιτεχνικά σκαλισμένο ραβδί. «Να… τo πάρω;»ρώτησα διστακτικά. «Χε, χε… Μα φυσικά πώς αλλιώς θα το δοκιμάσουμε;»αποκρίθηκε εκείνος χαμογελώντας. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα κρατούσα στα χέρια μου ένα ραβδί από τόσο νωρίς, πριν καν διδαχτώ οτιδήποτε έχει σχέση με μαγεία… Άπλωσα το χέρι μου και πήρα το ραβδί που μου πρόσφερε το κοκαλιάρικο χέρι του χαμογελαστού γέρου. Αμέσως γαλάζιες, πράσινες και κόκκινες σπίθες ξεπετάχτηκαν από την μύτη του ραβδιού σχηματίζοντας κυκλικές κινήσεις! «Χω, χω! Υπέροχα! Φανταστικά! Καταπληκτικά!»άκουσα να φωνάζει ενθουσιασμένος ο μαγαζάτορας χωρίς να έχω καταλάβει τι είχε συμβεί.«Φαίνεται πως το ραβδί επέλεξε τον νέο του κομιστή! 15,7 εκατοστά, φτιαγμένο από κορμό ελάτου με μια τρίχα μονόκερου στο εσωτερικό του… Συγχαρητήρια νεαρέ μου!» «Τι…; Αυτό ήταν όλο…;»ρώτησα σαστισμένος. «Αχά! Συνήθως οι νεαροί μάγοι δεν βρίσκουν το ραβδί που θα τους συντροφεύει σ’ όλη τους την ζωή με την πρώτη, αλλά εσύ τα κατάφερες… Όμως μην σε μπερδεύει αυτό, μικρέ. Δεν σημαίνει πως το ραβδί σου είναι πιο δυνατό από τα υπόλοιπα, ούτε πιο αδύναμο!» Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό… Δεν ήμουν σίγουρος ότι όσα είχα δει και είχα ακούσει πριν λίγα δευτερόλεπτα είχαν συμβεί πραγματικά… Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ένοιωθα εκείνη τη στιγμή… Ξαφνικά άκουσα τον ήχο ενός κουδουνιού πίσω μου και γύρισα το κεφάλι μου για να δω τι συμβαίνει. Στην πόρτα του καταστήματος βρισκόταν η μητέρα μου έχοντας την ίδια σχεδόν έκφραση στο πρόσωπό της με εμένα. «Μαμά!»φώναξα κι έτρεξα χαρούμενος στην αγκαλιά της. Όταν βγήκα από το μαγαζί, απ’ το οποίο αγόρασα το ραβδί μου, βρέθηκα σε ένα μακρύ λιθόστρωτο σοκάκι. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν διάσπαρτα μαγαζιά με μεγάλες επιγραφές και περίεργα ντυμένους ανθρώπους γύρω τους. Πλανόδιοι πωλητές περιπλανιόταν κατά μήκος του δρόμου, ενώ πολλά παιδιά της ηλικίας μου έμπαιναν και έβγαιναν από τα μαγαζιά. Οι επόμενες δύο ώρες πέρασαν γρήγορα και ευχάριστα. Διηγήθηκα στην μητέρα μου όλα όσα συνέβησαν στο κατάστημα με τα ραβδιά κι αυτή μου μίλησε για την μικρή της περιπέτεια στην Τράπεζα Γκρίνγκοτς. Μου είπε για κάποιους καλικάτζαρους που φορούσαν κοστούμια και κάτι υπόγεια χρηματοκιβώτια σε μέγεθος δωματίου! Στην συνέχεια αγοράσαμε τα πράγματα που θα χρειαστώ στο νέο μου σχολείο και τέλος κάναμε μια βόλτα στα σοκάκια της –τόσο ασυνήθιστης- αγοράς. Αναμφισβήτητα η σημερινή μέρα ήταν η πιο συναρπαστική της ζωής μου! «Ωχ, πήγε 10.30! Πρέπει να φύγουμε για να προλάβουμε το τρένο…»είπε η μητέρα μου καθώς περνούσαμε από ένα μαγαζί που πουλούσε τα πιο περίεργα ρολόγια στον κόσμο. Για μια στιγμή νόμισα ότι άκουσα ένα απ’ αυτά να μας προστάζει να βιαστούμε…!
Έπειτα από 15 λεπτά βρισκόμασταν στον σιδηροδρομικό σταθμό. «Κοίτα ποιος είναι εκεί»μου είπε η μαμά μου μόλις φτάσαμε στις αποβάθρες. Σήκωσα το κεφάλι μου για να διακρίνω καλύτερα μες στο πλήθος ποιον μου έδειχνε η μητέρα μου και είδα τον μπαμπά μου να με χαιρετάει. Έτρεξα κατευθείαν κοντά του και τον αγκάλιασα απ’ την μέση. Μετά απ’ όσα πέρασα σήμερα μου φαινόταν ότι είχα να τον δω μέρες… «Τι γίνετε, Μένανδρε; Έκανες τα ψώνια σου;»με ρώτησε ο πατέρας μου και με χάιδεψε στο κεφάλι. Άρχισα να του διηγούμαι όλα όσα έγιναν από τότε που εγώ και η μαμά φύγαμε απ’ το σπίτι, αλλά η μητέρα μου με διέκοψε. «Όχι τώρα, καλέ μου… Πρέπει να βρούμε την αποβάθρα σου, αλλιώς θα χάσεις το τρένο»μου είπε με ανήσυχο ύφος. «Ποια είπαμε πως είναι η αποβάθρα σου;» «Χμμμ… Η αποβάθρα 9 3/4;…»της απάντησα βγάζοντας από την τσέπη μου το εισιτήριο μου. «Πού στο καλό είναι αυτή η αποβάθρα;»πετάχτηκε ο πατέρας κοιτώντας γύρω του. «Αυτοί οι μάγοι ήταν πάντα τόσο ασαφείς! Δεν σου είπε τίποτα στο γράμμα του ο διευθυντής του Χόγκουαρτς;» «Αποβάθρα 9 3/4;; Άκουσα καλά;»είπε μια λεπτή φωνή από πίσω μου. «Εεε… Συγνώμη δεν ήθελα να κρυφακούσω, αλλά… είστε μάγοι;» Γύρισα το κεφάλι μου για να δω ποιος βρισκόταν πίσω μου και είδα μια μικροκαμωμένη γριούλα να μας κοιτά με μάτια ορθάνοιχτα… «Εεε… Ναι… Δηλαδή ο γιος μας…»της απάντησε η μητέρα μου με τον ίδιο ψυθηριστό τόνο στην φωνή της. «Α, συγχαρητήρια νεαρέ μου… Συγχαρητήρια! Δεν υπάρχουν και πολλοί Έλληνες μάγοι στις μέρες μας, ξέρεις…»μου είπε η ηλικιωμένη κύρια και μου έσφιξε το χέρι. «Συγνώμη, αλλά μήπως μπορείτε να μας βοηθήσετε; Γνωρίζετε που βρίσκεται η αποβάθρα 9 3/4;»πετάχτηκε πάλι ο πατέρας μου φανερά ενοχλημένος από την συμπεριφορά της γυναίκας. «Ω, ναι! Φυσικά, χαρά μου θα ‘ταν! Όμως… μόνο ο μικρός μπορεί να μπει μέσα, εφόσον εσείς δεν είστε μάγοι…»αποκρίθηκε εκείνη πρόθυμη να βοηθήσει. «Καλά τότε.»είπε η μητέρα μου ρίχνοντας ένα αυστηρό βλέμμα στον μπαμπά μου που ήταν έτοιμος να διαφωνήσει. «Λοιπόν Μένανδρε…»στράφηκε σε μένα και έσκυψε κοντά στο πρόσωπό μου για να μου μιλήσει. «Να είσαι φρόνιμος στο νέο σου σχολείο και να κάνεις ότι σου λένε οι καθηγητές σου, εντάξει; Και να προσέχεις. Είσαι μεγάλο παιδί πια.» «Άκου με, γιε μου…»είπε ο μπαμπάς μου και ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου. «Και ο παππούς σου φοίτησε σ’ αυτό το σχολείο… Φρόντισε να τον κάνεις περήφανο, σε παρακαλώ… Και να ‘σαι καλό παιδί, μην μπλέκεσαι σε φασαρίες και τέτοια.» «Πάμε, το τρένο θα φύγει σε λίγα λεπτά»μπήκε στην μέση η γριούλα. «Ο διευθυντής του Χόγκουαρτς μας είπε ότι όποτε θελήσεις μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί μας… Μην διστάσεις για οτιδήποτε…»μου είπε η μαμά μου και με φίλησε στο μάγουλο όπως δεν με είχε φιλήσει ποτέ ως τότε. «Έλα, τρέχα νεαρέ! Τρέχα γρήγορα!»με πρόσταξε η ηλικιωμένη γυναίκα και με έσπρωξε δυνατά. Ασυνείδητα άρχισα να τρέχω με τις βαλίτσες μου στο χέρι, χωρίς να κοιτώ που πήγαινα. Κοιτούσα μόνο πίσω μου, εκεί όπου οι γονείς μου με χαιρετούσαν βουρκωμένοι. «Τώρα μικρέ!» Γύρισα το κεφάλι μου μπροστά και είδα έναν τοίχο να έρχεται κατά πάνω μου… Ή εγώ έτρεχα προς αυτόν…; Μα τι στο καλό μου είπε να κάνω αυτή η τρελόγρια; Από στιγμή σε στιγμή θα έπεφτα πάνω του και θα έσπαγα όλα μου τα κόκαλα… Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη ποτέ… Προς μεγάλη μου έκπληξη πέρασα μέσα από τον τούβλινο τοίχο και τώρα στεκόμουν μπροστά σε ένα τεράστιο κόκκινο παλιό τρένο με ατμομηχανή και μια επιγραφή πάνω του, που έλεγε «Χόγκουαρτς Εξπρές»! Πως στο καλό το έκανα αυτό…; «Εδώ είμαστε!»μου είπε η γριούλα δείχνοντας μου μια ταμπέλα με τον αριθμό «9 3/4». Η αποβάθρα ήταν ασφυκτικά γεμάτη από παιδιά της ηλικίας μου και τους γονείς τους. «Δώσε τις βαλίτσες σου στον κύριο και τρέχα μέσα στο τρένο! Γρήγορα!»είπε καθώς ένα διαπεραστικό σφύριγμα έβγαινε απ’ την μηχανή του τρένου. Ένας κύριος ντυμένος με στολή με πλησίασε και πήρε τις βαλίτσες απ΄ τα χέρια μου. «Θα τις παραλάβεις στο Χόγκουαρτς! Άντε μπες μέσα τώρα και βρες κάπου να κάτσεις! Άντε μικρέ…»με πρόσταξε ξανά η ηλικιωμένη κυρία με την λεπτή φωνή της. Μπήκα στο τρένο σαστισμένος από τα όσα είχαν συμβεί τις τελευταίες στιγμές και κάθισα στο πρώτο κουπέ που βρήκα, τον οποίο είχε σχεδόν γεμίσει, την ώρα που το τρένο ξεκινούσε. Από το παράθυρο είδα την συμπαθητική γριούλα να με χαιρετάει με δάκρυα στα μάτια, λες και με γνώριζε κάτι χρόνια… Ανακάθισα σκεπτικός στο κάθισμα του κουπέ και κοίταξα απ’ το παράθυρο τους χαρούμενους γονείς που χαιρετούσαν τα παιδιά τους μέσα στο τρένο, καθώς αυτό ανέπτυσσε ταχύτητα… Αν αυτή είναι μόνο η αρχή, σκέφτηκα, πρέπει να με περιμένουν μεγάλα πράγματα στο Χόγκουαρτς… Ακούμπησα το κεφάλι μου πίσω στο κάθισμα και έκλεισα τα μάτια μου, ευελπιστώντας να ηρεμήσω απ΄ όλα όσα έζησα σήμερα… _________________ "...I know my dreams are made of you Of you and only for you Your ocean pulls me under Your voice tears me asunder Love me before the last petal falls..."
"...I let no man drag me down so low, as to make me hate him..." -Booker T. Washington- |
|  | | elena! Χρυσούχος


Ηλικία : 15 Συμμετάσχουν : 10 Feb 2008 Δημοσιεύσεις : 1691 Location : !!mysten far!! Character sheet Mood: Drunk Ξόρκι: Expecto Patronum Κοιτώνας: Γκρίφιντορ
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Wed 27 Aug - 16:38 | |
| Ναι! Είμαι περιχαρής! Έφτασε λοιπόν η μέρα που έλαβα το γράμμα μου από το Χόγκουαρτς και θα πάρω το ραβδί μου. Με λένε Κέιντλι Ρέιντ και μένω στη Λάρισα, σε μια επαρχιακή αλλά μεγάλη πόλη, την οποία δεν έχει προλάβει να αγγίξει ολοκληρωτικά η εξέλιξη της Αθήνας. Γνωρίζω από μικρή πως είμαι μάγισσα. Για την ακρίβεια ημίαιμη μάγισσα, διότι ο πατέρας μου είναι μάγκλ. Αντίθετα η μητέρα μου είναι καθηγήτρια στο Χόγκουαρτς και διδάσκει το μάθημα άμυνας εναντίων των σκοτεινών τεχνών. Από αυτήν ξέρω αρκετά για την μαγεία και γενικά για τον κόσμο των μάγων. Μου έχει μιλήσει άπειρες φορές για το Χόγκουαρτς, για το πώς χωρίζεται από παλιά σε τέσσερις κοιτώνες, όπως επίσης με έχει πληροφορήσει ότι αφού θα πάω στο Χόγκουαρτς θα μπορώ να μένω μαζί μ' αυτή και τον πατέρα μου μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στις καλοκαιρινές διακοπές. Θα είναι μια μεγάλη αλλαγή για μένα αν και πιστεύω πως θα προσαρμοστώ εύκολα. Μέχρι φέτος φοιτούσα σε σχολείο των μάγκλ αλλά δεν αντιμετώπισα κανένα πρόβλημα μιας και ο πατέρας μου όντας μάγκλ έχω συνηθίσει τους τρόπους και τις συνήθειες αυτών που δεν είναι μάγοι. Βέβαια κάποιες φορές παραφέρθηκα ξεχνώντας πως τα παιδιά του κανονικού σχολείου της Λάρισας δεν γνωρίζουν την ύπαρξη της μαγείας. Ευτυχώς η μητέρα μου έσπευσε να διορθώσει αυτά τα...μικρά λαθάκια μου.
Και φτάνουμε στο σήμερα. Έλαβα το γράμμα μου νωρίς το πρωί. Από εκείνη την στιγμή είναι αδύνατον να συγκρατήσω την ανυπομονησία μου. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το γράμμα το οποίο μου ανακοινώνει πως αφού είμαι μάγισσα θα διδαχτώ την τέχνη της μαγείας στο μαγικό σχολείο. Το γράμμα επίσης λέει πως θα φύγω στις 11 Σεπτεμβρίου από τον σταθμό των τρένων και για την ακρίβεια το τρένο θα αποχωρεί από την αποβάθρα 9 και 3/4. Παράξενο. Αποβάθρα 9 και 3/4; Δεν το έχω ξανακούσει σκέφτομαι και συνεχίζω κοιτάζοντας τη λίστα με τα βιβλία τα οποία πρέπει να αγοράσω. Η ώρα σερνόταν με απελπιστική βραδύτητα. Όταν επιτέλους έφτασε 12 η ώρα και γύρισε η μητέρα μου σπίτι μου είπε 'Έφτασε λοιπόν η ώρα της επιλογής του ραβδιού σου. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα. Το ραβδί θα επιλέξει εσένα, τον κάτοχο του' Έγνεψα καταφατικά και τις είπα ανυπόμονα 'Ευχαριστώ για την προσπάθεια σου να με καθησυχάσεις μα σε παρακαλώ πάμε τώρα γιατί δεν αντέχω άλλο απ' την ανυπομονησία μου' 'Εντάξει πάμε' μου είπε και κατευθύνθηκε προς το τζάκι του σπιτιού μας. 'Εμ, μαμά γιατί πας προς τα εκεί; Η εξώπορτα είναι από την άλλη μεριά' 'Θα κάνουμε πολύ πιο γρήγορα αν το κάνουμε με το δικό μου τρόπο' μου είπε και μου έκλεισε το μάτι πονηρά. 'Λοιπόν, πάρε λίγη από αυτήν την σκόνη και πες ότι θα πω και εγώ' Την κοίταξα σαστισμένη αλλά υπάκουσα βουβά τις υποδείξεις της. Μπήκε στο τζάκι έριξε την σκόνη και πρόφερε μια λέξη που-λογικά-θα την οδήγησε σε κάποιο μέρος μαγικό. Αναστέναξα και μπήκα με επιφύλαξη στο τζάκι. Πρόφερα την λέξη που άκουσα πριν λίγο την μητέρα μου να λέει. Με λίγη τύχη θα την προφέρω σωστά σκέφτηκα. Έκλεισα τα μάτια μου και έριξα την σκόνη. Και ναι! Προσγειώθηκα δίπλα στην μητέρα μου. Ζαλισμένη όπως ήμουν παρατήρησα γύρω μου με απροκάλυπτο ενδιαφέρον τον τόπο στον οποίο βρισκόμασταν. Ήταν μια μεγάλη περιοχή με καταστήματα παντού. Όχι όμως συνηθισμένα καταστήματα. Ως επί το πλείστον υπήρχαν καταστήματα με ζώα, με βιβλία με διάφορα μαγικά αντικείμενα τα οποία μερικά τα αναγνώριζα και άλλα δεν τα είχα ξαναδεί στην ζωή μου και πολλά ακόμα. Η μητέρα μου κατευθύνθηκε προς ένα στενό δρόμο και μου έγνεψε να την ακολουθήσω. 'Αυτό εδώ είναι το μαγαζί των ραβδιών. Εγώ πηγαίνω να αγοράσω τα βιβλία που χρειάζεσαι όσο εσύ θα είσαι εδώ. Θα σε περιμένω απ' έξω' Και έτσι μ'άφησε μόνη μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα και άνοιξα την πόρτα. Μέσα δεν ήταν κανείς. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο στο οποίο υπήρχαν πολλά, σχετικά μικρά κουτιά που φυλασσόταν τα ραβδιά. Ένα απ' αυτά σήμερα θα γίνει δικό μου σκέφτηκα 'Είναι κανείς εδώ' Ρώτησα φωναχτά. Ακούστηκε ένας κρότος και ξάφνου μπροστά μου εμφανίστηκε ένας μεγάλος σε ηλικία άντρας. 'Καλώς ήρθες στο κατάστημα μου μικρή μου. Με λένε Πήτ' Είπε ο άντρας χαμογελώντας ευγενικά και συνέχισε 'Να φανταστώ πως ήρθες για τον ίδιο λόγο που έρχονται όλα τα παιδιά της ηλικίας σου; Να βρεις το ραβδί σου;' 'Ναι, κύριε' 'Θαυμάσια!' αναφώνησε. Με περιεργάστηκε για λίγο και μετά κατευθύνθηκε προς μια απ' τις χιλιάδες στοίβες των κουτιών και πήρε δύο από αυτά. Καθώς κατευθυνόταν προς τα εμένα του τράβηξε την προσοχή ένα ακόμα κουτί λίγο πιο πέρα, μετά από λίγη σκέψη το άρπαξε και αυτό και το τοποθέτησε μαζί με τα άλλα μπροστά στο τραπέζι που βρισκόταν λίγο πιο εκεί. Πήγα προς τα εκεί και χωρίς να μου πει τίποτα μου έδωσε το πρώτο ραβδί. Το πήρα στα χέρια μου. Τίποτα δεν έγινε. Υποτίθεται πως έπρεπε να κάνω κάτι; Περιεργάστηκα το ραβδί στα χέρια μου. Ήταν πολύ ωραίο αλλά προφανώς όχι για μένα. 'Χμ...'έκανε σκεπτικός ο κύριος Πήτ. Ίσως αυτό να κάνει' μονολόγησε και μου έδωσε το ραβδί που είχε προσέξει τελευταίο. Με το που το άγγιξα ήξερα πως αυτό είναι το ραβδί μου. Δεν ξέρω πως. Απλά το ένιωσα. Μια δύναμη να με κατακλύζει! Δεν είμαι σίγουρη αλλά μου φάνηκε πως είδα μια λάμψη στα μάτια του κύριου Πήτ. ΄'Ωραία. Αυτό λοιπόν θα είναι το ραβδί σου από εδώ και στο εξής.' Μου είπε και μου έδωσε το κουτί του ραβδιού μου. 'Ελπίζω να το χειρίζεσαι σωστά.' και με το που ολοκλήρωσε την έκφραση του εξαφανίστηκε όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί. Έξω απ' το κατάστημα με περίμενε η μητέρα μου. Φαινόταν πως δεν είχε δυσκολευτεί να βρει τα βιβλία. 'Βλέπω γρήγορα τελείωσες. Ωραία. Τώρα μπορείς αν θες να πάρεις και ένα ζωάκι' 'Αχ, τέλεια!' είπα και έτρεξα προς το πλησιέστερο κατάστημα ζώων. Η πωλήτρια ήταν μια ευγενική κοπέλα πρόθυμη να με βοηθήσει να επιλέξω. 'Έχουμε κουκουβάγιες, γάτες, χάμστερ και βατράχους. Τι προτιμάς;' Με ρώτησε καλοσυνάτα. 'Νομίζω πως θα προτιμήσω κάποια γάτα' της είπα. 'Μια γάτα που μας ήρθε μόλις χθες είναι αυτή εδώ' Μου είπε και μου έδειξε μια γλυκύτατη μαύρη γάτα. 'Πολύ όμορφη. Αυτή θα πάρω' είπα χωρίς δισταγμό. 'Πολύ καλή επιλογή. Ορίστε' Είπε και έβαλε την γάτα στην αγκαλιά μου. 'Θα ταιριάξετε πολύ είμαι σίγουρη.' Είπε χαμογελαστή. Βγαίνοντας από το κατάστημα βρήκα την μητέρα μου. 'Δυστυχώς Κέιντλι θα πρέπει να φύγω, έτυχε κάτι απρόοπτο και δεν προλαβαίνω να σε συνοδέψω ως το τρένο.' 'Δεν πειράζει μαμά θα πάω μόνη μου. Μην ανησυχείς' Και αφού αποχαιρετιστήκαμε πήγα προς τον σταθμό των τρένων. Έφτασα στην αποβάθρα 9. Δίπλα της ήταν η 10. Μα γιατί ξέχασα να ρωτήσω την μητέρα μου; Που να είναι η αποβάθρα 9 και 3/4; Σκεφτόμουν. Αναστέναξα και ακούμπησα με την πλάτη για να ξαποστάσω στο τσιμεντένιο τοιχάκι που βρισκόταν ανάμεσα στις δύο αποβάθρες. Και ξαφνικά...ο τοίχος πίσω μου υποχώρησε και βρέθηκα φαρδιά πλατιά στο έδαφος και απέναντι μου είδα την περιβόητη αποβάθρα 9 και 3/4 . Ώστε ο τοίχος λειτουργούσε σαν πύλη! Πήρα τα πράγματα μου και κατευθύνθηκα προς το τρένο. Αφού τακτοποίησα τα πράγματα μου έπρεπε να βρω κάπου να κάτσω. Παρατήρησα πως τα βαγόνια ήταν ταξινομημένα ανάλογα με την ηλικία και την χρονιά κάθε μαθητή. Βρήκα έναν ενήλικα που προφανώς ήταν αυτός που έλεγε στα παιδιά που είναι η θέση τους. Τον ρώτησα που είναι η δική μου και με ένα νεύμα μου έδειξε το διπλανό κουπέ. Μέσα καθόταν ήδη τρία παιδιά, στην ηλικία μου. Αυτό ήταν λοιπόν. Η αρχή της καινούργιας μου ζωής και ο δρόμος προς το μέλλον μου ξεκινάει...Ξεκινάει μέσα σ' αυτό το βαγόνι... _________________

 |
|  | | CassandraBlack Εκπαιδευτής δράκων


Ηλικία : 20 Συμμετάσχουν : 08 Apr 2008 Δημοσιεύσεις : 1509 Location : Undying Lands Character sheet Mood: Tired Ξόρκι: Crucio Κοιτώνας: Ραβενκλόου
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Sun 31 Aug - 12:37 | |
| Είναι 18 Ιουλίου. Εκτός από τα 13α γενέθλιά μου, σήμερα ήρθε το γράμμα από το ελληνικό Χόγκουαρτς. Σχετικά νωρίς, αλλά στην Αθήνα έρχεται πάντα γρηγορότερα απ’ ό,τι στην επαρχία, έτσι το εξήγησαν οι γονείς μου. Όχι ότι δεν περίμενα ότι θα ερχόταν… η οικογένειά μου είναι από τις πιο παλιές καθαρόαιμες της Αθήνας. Ένα μακρινό παρακλάδι των Μπλακ, που διατηρεί και το επώνυμο. Δεν μπορώ να πω ότι με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, βέβαια, οι Μπλακ είναι γνωστοί για την διαπαιδαγώγηση που δίνουν στα παιδιά τους. Οι γονείς μου όμως διαφέρουν. Έκαναν μόνο ένα παιδί –εμένα- και με μεγάλωσαν σχεδόν σαν Μαγκλ, για να μπορώ να «συνεννοούμαι» με τους συνομηλίκους μου. Έτσι δεν ήταν δύσκολο να κρύψω το ότι είμαι μάγισσα στο δημοτικό που πήγαινα, ένα δημόσιο στη γειτονιά μας.
Ο πατέρας μου –υπάλληλος στο τμήμα Μυστηρίων του Υπουργείου Μαγείας- με περιμένει ντυμένος στο χολ, θα πάμε στο Μοναστηράκι για να αγοράσουμε τα απαραίτητα για τη σχολή. Η μητέρα μου, που δουλεύει ως δημοσιογράφος στην ελληνική έκδοση του Ημερήσιου Προφήτη, μαγειρεύει για το μεσημέρι ακούγοντας ΜΡΔ. Την αποχαιρετάμε και φεύγουμε μέσω μιας Πύλης. Κανείς δεν το ξέρει, αλλά το Μοναστηράκι κρύβει πολλά μυστικά. Σ’ ένα υπόγειο μαγαζί στην οδό Ηφαίστου υπάρχει μια πόρτα που σε βγάζει σε κάτι ανάλογο της Διαγωνίου Αλέας του Λονδίνου. Η Πύλη βγάζει κατευθείαν στο υπόγειο αυτό. Ανοίγουμε την πόρτα κι έχουμε μπει στο δικό μας Μοναστηράκι. Όλα τα μαγαζιά των μάγων βρίσκονται εκεί. Το υποκατάστημα της τράπεζας Γκρίνγκοτς στεγάζεται σε ένα νεοκλασικό της οδού Αθηνάς, από αυτά που έχουν κηρυχτεί διατηρητέα και δεν πατάει κανείς το πόδι του. Το ίδιο και τα γραφεία του Υπουργείου.
Μπαίνουμε στο κατάστημα με τα ραβδιά. Είμαι λίγο αγχωμένη, αλλά χαλαρά. Τι στο καλό, τόσο δύσκολο θα είναι να βρω το ραβδί που μου ταιριάζει; Ο καταστηματάρχης πλησιάζει. Γνωρίζει τον πατέρα μου από τότε που ήταν μικρός. «Κύριε Μπλακ», τον χαιρετάει. «Κύριε Μπρέγκοβιτς», αντιχαιρετά ο πατέρας μου. «Αυτή είναι η μικρή Κασσάνδρα; Πώς μεγάλωσες έτσι;» Δίνω το χέρι μου και χαμογελάω, αλλά μέσα μου θέλω να του ρίξω καμιά κατάρα. Άκου μικρή… μικρό είναι το μάτι σου! «Καλημέρα, κύριε Μπρέγκοβιτς». Χαμογελά κι εκείνος και φέρνει το μέτρο. Ξέρω ήδη τι πρέπει να κάνω (ας είναι καλά η μητέρα μου) οπότε απλώνω το δεξί χέρι. Η μεζούρα αρχίζει να μου παίρνει τα μέτρα μόνη της ενώ ο ραβδοποιός ψάχνει ανάμεσα στα ράφια. Φέρνει δυο-τρία κουτιά και ανοίγει το πρώτο. Μου δίνει ένα ραβδί γύρω στα 25 εκατοστά και μου λέει να το κουνήσω ελαφρά. Υπακούω και νιώθω μια περίεργη ζεστασιά στα δάχτυλά μου. Ο Μπρέγκοβιτς καταλαβαίνει. «Ναι, αυτό είναι, είμαι σίγουρος… 24 εκατοστά, από σφένδαμο, με μια τρίχα απ’ την ουρά ενός Θέστραλ… Αρκετά ευέξαπτο, όπως κι εσύ, υποθέτω…» Σηκώνω το ένα φρύδι απορημένη. μια κίνηση που κάνω από μικρή κι όσοι με ξέρουν απορούν πώς το καταφέρνω ενώ οι ίδιοι δεν μπορούν. Δεν σχολιάζω όμως, έτσι πληρώνουμε το ραβδί και φεύγουμε.
Μόλις βρισκόμαστε στο φως του ήλιου, ο πατέρας μου λέει: «Είναι τα γενέθλιά σου σήμερα, άρα διατάζεις. Τι θες να σου πάρω; Σκουπόξυλο; Κουκουβάγια;» «Μπαμπά, ξέρεις ότι απεχθάνομαι την πτήση. Επίσης ξέρεις ότι δεν μ’ αρέσουν καθόλου οι κουκουβάγιες. Αν είναι για πουλί θα προτιμήσω κοράκι. Και τέλος, αυτό που πραγματικά θέλω… είναι βιβλία». Ο πατέρας μου χαμογελάει. Πολύ θα ήθελε η κόρη του να είναι πιο δραστήρια… Πάντα ήθελε γιο, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει, και παρηγορείται με τη σκέψη ότι θα μπορούσε να με μεγαλώσει σαν αγόρι. Πράγμα που δεν είναι και δύσκολο, αφού μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος για την τεχνολογία των Μαγκλ, το οποίο η μητέρα μου δεν συμμερίζεται καθόλου. Δεν της περνάει, βέβαια, αφού μέχρι και home cinema έχουμε στο σπίτι… «Εντάξει», μου λέει. «Θα πάμε στο βιβλιοπωλείο να πάρεις τα βιβλία του σχολείου σου κι ό,τι άλλο θες. Αλλά είσαι σίγουρη ότι δεν θέλεις κουκουβάγια για την αλληλογραφία σου;» «Ναι, είμαι σίγουρη. Προτιμώ ένα κοράκι». Αναστενάζει κι εγώ γελάω. Μερικές φορές με βρίσκει πολύ περίεργη στα γούστα.
Μπαίνουμε στο βιβλιοπωλείο. Ο υπάλληλος παίρνει τη λίστα με τα βιβλία των πρωτοετών και τα φέρνει όλα σε μερικά λεπτά, ενώ εγώ ψάχνω στα ράφια για κάτι ενδιαφέρον. Τίποτα όμως δεν μου τραβάει την προσοχή και ψιθυρίζω στον πατέρα μου: «Μόλις τελειώσουμε από δω, θα πάμε στο Public, στο Σύνταγμα. Μόνο εκεί βρίσκω καλά βιβλία». Πληρώνουμε, φορτωνόμαστε και φεύγουμε. Ευτυχώς πήρα τους μανδύες μου πριν μια βδομάδα, με τη μητέρα μου. Έτσι τώρα πηγαίνουμε στο κατάστημα ζώων. Βλέπω ένα μαύρο κοράκι στη βιτρίνα και το αγοράζω χωρίς πολλά-πολλά. Το ονομάζω Όντιν, σαν τον θεό των Βίκινγκς. Ο πατέρας μου αναρωτιέται: «Πώς θα πάμε τώρα στο Σύνταγμα μ’ ένα κοράκι σε κλουβί; Θα πέσουν οι φιλοζωικές να μας φάνε». Γελάω. «Βρε μπαμπά, τόσο δύσκολο είναι; Πηγαίνουμε σπίτι, τ’ αφήνουμε και ξαναρχόμαστε». Και αυτό κάνουμε. Αλλά στο σπίτι, η μητέρα μου λείπει κι ο πατέρας μου λέει: «Καλύτερα να περιμένουμε τη μάνα σου πριν φύγουμε. Δεν ξέρεις πού μπορεί να έχει πάει». Το ύφος του είναι περίεργο και μου μπαίνουν υποψίες. Αντί να αρχίσω τις ερωτήσεις όμως, σηκώνω τους ώμους και κάθομαι στον καναπέ ξεφυλλίζοντας το βιβλίο των ξορκιών. Μετά από κανά μισάωρο, η μητέρα μου διακτινίζεται στο σαλόνι κρατώντας μια τσάντα από το Public γεμάτη βιβλία φαντασίας που μ’ αρέσουν. «Καλά, συνεννοημένοι ήσαστε;» ρωτάω. Οι γονείς μου γελάνε και μου εύχονται χρόνια πολλά και καλή πρόοδο.
Οι μέρες του καλοκαιριού περνούν. Την 1η Σεπτεμβρίου πρέπει να πάω στον σιδηροδρομικό σταθμό, να πάρω το τρένο για το Χόγκουαρτς από την αποβάθρα 9 και ¾. Η μέρα φτάνει και χρησιμοποιούμε μια Πύλη με τους γονείς μου, αφού ο παράπλευρος διακτινισμός είναι πολύ επικίνδυνος, ειδικά για παιδιά στην ηλικία μου, και η μητέρα μου δεν θέλει ούτε να βλέπει τη συγκοινωνία των Μαγκλ. Στο σταθμό γίνεται ένα χάος. Κόσμος, μαθητές, γονείς, μπαούλα… Οι γονείς μου με αγκαλιάζουν και ψιθυρίζουν τις τελευταίες συμβουλές. «Να προσέχεις, να διαβάζεις, και να μην κάνεις ανοησίες…» Λες και στο πρώτο μου έτος στη σχολή θα πάω γυρεύοντας για μπελάδες… Βέβαια ποτέ δεν ξέρεις. Η μητέρα μου με στέλνει στο βαγόνι των πρωτοετών στο βάθος του τρένου. Εκεί κάθεται ήδη ένα συνομήλικο αγόρι. Βολεύω τα πράγματά μου στη σχάρα και κάθομαι απέναντί του. Το βλέμμα μου φεύγει στο βάθος του σταθμού. Το ταξίδι για το Χόγκουαρτς ξεκινά… Νιώθω αγχωμένη αλλά δεν ανησυχώ. Σε πέντε-έξι ώρες από τώρα θα είμαι σε κοιτώνα… και θα αρχίσει το πραγματικό μου ταξίδι στον κόσμο της μαγείας. _________________ "When you finally betray me, I hope you care enough to try to kill me yourself".
 Non serviam... |
|  | | Albus_The_Wise Επιμελητής Γκρίφιντορ


Ηλικία : 15 Συμμετάσχουν : 02 Jun 2008 Δημοσιεύσεις : 1381 Location : thessaloniki Character sheet Mood: Relaxed Ξόρκι: Expelliarmus Κοιτώνας: Γκρίφιντορ
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Sun 31 Aug - 12:50 | |
| εξαιρετικο _________________ [b]D.K.OlbrichJoin the armies of Heroes and die! fall in battlefield while fighting for good! Then eternal glory will be yours and YOU shall live for ever! |
|  | | Επισκέπτ Επισκέπτης

 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Sun 31 Aug - 13:51 | |
| Τώρα που μπήκαν όλες οι ιστορίες μπορείτε να σχολιάσετε...
Εμένα μου άρεσαν όλες. Ήταν εξαιρετική δουλειά. Θα έχετε και συνέχεια... |
|  | | Rose Black Moderator


Ηλικία : 14 Συμμετάσχουν : 29 Jan 2008 Δημοσιεύσεις : 3435 Location : Blacklands Character sheet Mood: Sleepy Ξόρκι: Stupefy Κοιτώνας: Ραβενκλόου
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Sun 31 Aug - 13:59 | |
| Κι εμένα μου άρεσαν πολύ.....Αν μας ελεγες και το θέμα της συνέχειας... _________________ I dream in darkness I sleep to die Erase the silence Erase my life Our burning ashes Blacken the day
 |
|  | | SiMoS Επιμελητής Ράβενκλοου


Ηλικία : 14 Συμμετάσχουν : 06 Apr 2008 Δημοσιεύσεις : 5739 Location : Στον κόσμο μου... Character sheet Mood: Fiendish Ξόρκι: Crucio Κοιτώνας: Ραβενκλόου
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Sun 31 Aug - 14:02 | |
| πραγματικα υπεροχες ολες οι ιστοριες!μπραβο παιδια!! _________________ Proud to be member of Ravenclaws spammer crew...
Lonely day-S.O.A.D
Such a lonely day Shouldn't exist It's a day that I'll never miss
Such a lonely day And it's mine The most loneliest day of my life
http://uk.youtube.com/watch?v=Uj5JSYiNrcc
 |
|  | | EL.J girl Παρασκευαστής φίλτρων


Ηλικία : 17 Συμμετάσχουν : 10 Feb 2008 Δημοσιεύσεις : 912 Location : Kea Character sheet Mood: Happy Ξόρκι: Expelliarmus Κοιτώνας: Χάφλπαφ
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Sun 31 Aug - 14:04 | |
| Ευχαριστούμε παιδιά. Κι εμένα μου άρεσαν αν και κουράστηκα λιγούλι κάποια στιγμη... Κατά τα άλλα τέλειο το εργάκι μας.... _________________
Once I had a dream... and this is it ... ******************************************************* |
|  | | Επισκέπτ Επισκέπτης

 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Sun 31 Aug - 14:05 | |
| | Rose Black έγραψε: | | Κι εμένα μου άρεσαν πολύ.....Αν μας ελεγες και το θέμα της συνέχειας... |
Από αύριο... |
|  | | EL.J girl Παρασκευαστής φίλτρων


Ηλικία : 17 Συμμετάσχουν : 10 Feb 2008 Δημοσιεύσεις : 912 Location : Kea Character sheet Mood: Happy Ξόρκι: Expelliarmus Κοιτώνας: Χάφλπαφ
 | Θέμα: Απ: Hogwart's stories Sun 31 Aug - 14:07 | |
|
Γιατί? Θα δημιουργήσεις σασπενς και στους συγγραφείς???Ουάου... _________________
Once I had a dream... and this is it ... ******************************************************* |
|  | | BaGGoS Χρυσούχος


Ηλικία : 14 Συμμετάσχουν : 08 Jul 2008 Δημοσιεύσεις : 1626 Location : VoLoC Character sheet Moo |
|
|